Monday, April 25, 2011

"Ν'ακούω καλά το όνομά σου"..


Την Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010,συναντηθήκαμε με τα μέλη της λέσχης ανάγνωσης των Ολλανδών της Θεσσαλονίκης και κουβεντιάσαμε για το βιβλίο "Οι Δίδυμες" της Tessa de Loo,των εκδόσεων GEMA(2008).
H παρουσία των Ολλανδών αναγνωστών έδωσε μία διαφορετική νότα στην συντροφιά μας,καθώς η διαφορετική πολιτισμική οπτική των πραγμάτων εναρμονίστηκε πλήρως με το μεσογειακό ταμπεραμέντο στην κουβέντα. Πάντως, οι Ολλανδοί -ευρωπαϊκός λαός που φέρει το δικό του ενοχικό σύνδρομο για το αποικιοκρατικό του παρελθόν- εκλαμβάνουν ως εξιλέωση το φόρο αίματος που πλήρωσαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και απορρίπτουν την άποψη πως οι Γερμανοί πολίτες «δεν γνώριζαν». Αυτό υπήρξε και το κυρίαρχο θέμα της συζήτησης. Το όριο της συλλογικής ευθύνης σε έναν κόσμο σκεπτόμενων πολιτών, ζήτημα ιδιαιτέρως επίκαιρο στην εποχή μας.
Η βραδιά έκλεισε με την ελπίδα να υπάρξει στο προσεχές μέλλον νέα συνάντηση για συζήτηση ενός βιβλίου κάποιου έλληνα συγγραφέα το οποίο θα έχει μεταφραστεί στα ολλανδικά.
Η στιγμή ήρθε κι η επόμενη συνάντηση προγραμματίστηκε για την 17 Μαίου 2011,ημέρα Τρίτη,στις 8.30 μ.μ,με το βιβλίο "Ν' ακούω καλά τ' όνομα σου",του Σωτήρη Δημητρίου, (ΚΕΔΡΟΣ).
Οσοι πιστοί προσέλθετε..

Πέθανε ο ποιητής Γκονζάλο Ρόχας


Την τελευταία του πνοή άφησε στα 93 του χρόνια ο Χιλιανός ποιητής Γκονζάλο Ρόχας, ένας από τους σπουδαιότερος σύγχρονους ποιητές της Λατινικής Αμερικής.
Πέθανε στο Σαντιάγκο, ενώ βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση ύστερα από εγκεφαλικό που υπέστη τον Φεβρουάριο.
Απέσπασε πολυάριθμα λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ των οποίων το βραβείο Θερβάντες που του απονεμήθηκε το 2003. Ο Ρόχας άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο, ενώ τα ποίηματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Μεταξύ των σπουδαιότερων έργων του είναι τα: "Η Δυστυχία του ανθρώπου" και "Κόντρα στον Θάνατο".
Η ποίησή του διακρίνεται για την αγάπη που είχε στη Χιλή και το λαό της, ενώ η παιδική του ηλικία ήταν γεμάτη από τις αναμνήσεις των ορυχείων του κάρβουνου και της σκληρής ζωής των εργατών. Πηγή έμπνευσής του αποτέλεσαν οι κλασικοί ποιητές, καθώς και οι Γάλλοι Βαλερί, Μποντλέρ και Ρεμπό.
Το 1973 εξορίστηκε για μερικά χρόνια από το καθεστώς του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ.

e-net,25/4/2011

Friday, April 22, 2011

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ


Μ. Σάββατο κάπου το δείλι.
Ήταν λίγη ώρα που η θάλασσα είχε καταλαγιάσει και πια ακουγόταν μοναχά ο ελαφρύς παφλασμός της. Πριν το πρώτο φως της μέρας ένας δυνατός σιρόκος φερμένος από τα βάθη της Μεσογείου μπουκάρισε στον κόλπο του Θερμαϊκού τρικυμίζοντας την επιφάνεια του ολημερίς. Η ήρεμη και μελαγχολική διάθεση της φύσης την μεγαλοβδόμαδα είχε διακοπεί βίαια το χθεσινό βράδυ. Λίγο μετά τον επιτάφιο θρήνο με τις μαυροντυμένες μυροφόρες να ψάλλουν “ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον ” συνοδεύοντας τον Επιτάφιο στις γειτονιές τους, τα μολυβί σύννεφα που πολιορκούσαν από το μεσημέρι τον Χορτιάτη ξεχύθηκαν προς την πόλη φέρνοντας μια ανοιξιάτικη νεροποντή. Όλα ήταν ήρεμα μέχρι τα ξημερώματα όταν ο δυνατός άνεμος όρμησε στην πόλη μέσα από την υδάτινη αγκαλιά της όπως οι Σαρακηνοί πειρατές μερικούς αιώνες πριν. Τώρα στο μεταίχμιο της μέρας ο άνεμος είχε αλλάξει, ένα ελαφρύ ξερό αεράκι έπνεε απ’ την μεριά του Βαρδάρη. Ψηλά μια ραχοκοκαλιά από γκριζωπά σύννεφα γλίστραγε ταξιδιάρικα προς τον νότο μέσα σε έναν μωβ ουρανό με ροζέ αποχρώσεις.
Στο ημίφως του έγχρωμου δειλινού, πλάι στην θάλασσα, ίσα που διακρίνονταν ο ετερόκλητος όγκος. Αποτελούνταν από τέσσερα ανόμοια σε μέγεθος και σχήμα κομμάτια. Πρώτα υπήρχε μια βιτρίνα ψυγείο, πεταμένη στα παλιοσίδερα από καιρό. Πολλά ήταν τα χρόνια που από τα άγρια χαράματα, σε παγωνιές και ζέστες η “Δημητρούλα” γυρνούσε με τον ιδιοκτήτη της σε όλες τις λαϊκές αγορές της Σαλονίκης και των γύρω χωριών. Φορτωμένη με κάθε λογής τυριά και παραδοσιακά γιαούρτια δούλευε ακούραστα περιμένοντας να έλθουν οι νοικοκυρές για να διαλέξουν τα καλούδια της και να την ξεφορτώσουν μέχρι το άλλο χάραμα. Τώρα η τύχη την είχε σφιχταγκαλιάσει μαζί με ένα σκουριασμένο καυστήρα πετρελαίου. Αυτός μέχρι πριν λίγα χρόνια – όταν του έκλεψαν την εργασία κάτι πολυκαιρισμένες, γριές ξυλόσομπες - ζέσταινε κατά τους παγερούς χειμώνες της νύφης του Θερμαϊκού τους ενοίκους της οδού Αγίου Δημητρίου, στον αριθμό 44. Στα νιάτα του στην νεόδμητη πολυκατοικία κατοικούσαν μερικές από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης. Οι δεξιώσεις και τα πάρτι ήταν κάτι το συνηθισμένο σε αυτόν τον αριθμό. Σχεδόν όλη οι αφρόκρεμα της Θεσσαλονίκης περνούσε από αυτά τα κοσμικά γεγονότα, ήταν οι εποχές του μεγαλείου της. Κάποια χρόνια πριν τον στείλουν αναγκαστικά στην σύνταξη πάλευε με το νοθευμένο πετρέλαιο που του έτρωγε τα σωθικά. Όταν τον ξήλωσαν από το υπόγειο του, οι εύπορες οικογένειες είχαν φύγει από καιρό και το κτήριο κατοικούνταν από μοναχικούς υπερήλικες, οικογένειες Ελλήνων εργατών και πάμπτωχων μεταναστών φερμένων από χώρες που επικρατούσε η πείνα και ο πόλεμος.
Το τρίτο από τα κομμάτια ήταν ο σκουριασμένος θάλαμος ενός μικρού φορτηγού. Τις προηγούμενες δεκαετίες ο καπάτσος έμπορος δεν είχε αφήσει στις περιοδείες του χωριό για χωριό, γειτονιά για γειτονιά σε όλη την βόρεια Ελλάδα. Πωλώντας επί πιστώσει νεοτερισμούς και είδη προικός στις νοικοκυράδες και τις ανύπαντρες που τον περίμεναν κάθε μήνα με τα νέα του εμπορεύματα, σπούδασε τα τρία του παιδιά και καμάρωσε μία δικηγόρο και δυο αρχιτέκτο-νες πριν βγει οριστικά στην σύνταξη. Τέλος σφιχτά δεμένος ήταν και ένας πρασινωπός μπουφές με περίτεχνα σκαλιστές πόρτες και συρτάρια που η κυρία Μαρία είχε λειώσει πάνω του τόνους από βαμβακερά πανιά και γυαλιστικό για να τον κρατάει πάντοτε καθαρό και καλογυαλισμένο. Όμως οι κληρονόμοι της φαίνεται ότι δεν τον εκτίμησαν δεόντως αφού βρέθηκε στα σκουπίδια μόλις την επομένη της αναχώρησης της για το πιο μακρινό ταξίδι, το μοναδικό από αυτά που ποτέ δεν είχε κάνει στην ζωή της η άτεκνη, καλοκάγαθη νοικοκυρά.
Τα τέσσερα ανόμοια αντικείμενα με την βοήθεια ενός χοντρού άσπρου μουσαμά, μερικών κοντραπλακέ και πλεγμένων σκοινιών ενώνονταν σε μια τέτοια διάταξη που έμοιαζε λες και κάποιος επιτήδειος τα είχε αφήσει εκεί προστατευμένα αντί κάποιας επί μισθίου αποθήκης. Όμως με μια δεύτερη ματιά ένας προσεκτικός παρατηρητής θα έβλεπε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Στην πραγματικότητα αυτό το συνονθύλευμα αντικειμένων ήταν ένα αυτοσχέδιο κατάλυμα. Το κάθε ένα κομμάτι χρησίμευε και σε κάτι. Τοίχος, κουζινούλα, ντουλάπα, ραφιέρα, βιβλιοθήκη. Ο ιδιοκτήτης του το είχε στήσει εκεί λίγα μέτρα από την θάλασσα εκπληρώνοντας ένα παιδικό όνειρο του από τα σκληρά χρόνια της μοναξιάς και της σκληρότητας του ορφανοτροφείου.
Αν εκεί στέκονταν ένα αληθινό σπιτικό το σημείο θα ήταν πράγματι ειδυλλιακό. Εμπρός στα φαρδιά του παράθυρα θα ανοίγονταν διάπλατα η θάλασσα και το αλλοτινό προσφυγικό ψαροχώρι η Καλαμαριά με το μικρό Καραμπουρνάκι της, τα φυσικά λιμανάκια και την θαλασσινή εκκλησιά της πλάι στο ναυτικό όμιλο. Τις γλυκές μέρες που η διαύγεια φτάνει μέχρι τον ορίζοντα, από τα ευρύχωρα μπαλκόνια οι ένοικοι του θα μπορούσαν να δουν δίχως δυσκολία όλη την υδάτινη επιφάνεια μέχρι και το τελείωμα του κόλπου στα δυτικά και έπειτα στην γη της Πιερίας να ορθώνεται μεσ’ στην αχλή το αγέρωχο βουνό των ολύμπιων θεών, αφήνοντας εκστατικό το βλέμμα και την ψυχή τους. Εκεί υπάρχει μόνο η ταπεινή παράγκα από τα σκόρπια αντικείμενα, όμως ο ιδιοκτήτης της δεν χάνει τίποτα από την ομορφιά του τοπίου που μαγεύει κάθε μέρα την ψυχή του. Απέραντο το κάλλος, όμως τον χειμώνα οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες. Οι παγερές ψεκάδες από τα αφρισμένα νερά του Θερμαϊκού φτάνουν μέχρι την πόρτα της παράγκας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κάθετο σκίσιμο στον χοντρό μουσαμά ίσα – ίσα για να χωράει κάποιος να χωθεί μέσα.
Έξι δεκαετιών και τριών χρονών έγραφε η πολυκαιρισμένη ταυτότητα του. Τον χειμώνα εδώ πάνω ο καιρός δεν χωρατεύει. Με το κρύο, την υγρασία και τον παγερό βαρδάρη αστεία δεν χωρούν σε τούτη την πόλη, ειδικά κοντά στην θάλασσα. Πολλές φορές αν και ήταν φασκιωμένος με κανά δυο παντελόνια, μερικές μπλούζες και δυο σκοροφαγωμένα παλτά είχε την αίσθηση πως ήταν γυμνός. Καλά όταν ήταν νέος, οι κακουχίες περίσσευαν τόσα χρόνια στους δρόμους, αλλά τώρα; Ήταν δύσκολα, όμως η αγάπη του για την θάλασσα θα υπερίσχυε ακόμα και όταν το σώμα του δεν θα άντεχε, θα ζούσε εκεί μέχρι να τον έπαιρναν μακριά είτε οι άνθρωποι, είτε το χέρι του θεού.
Προχωρημένος Απρίλης πια, η υγρασία και το κρύο είχαν υποχωρήσει , ο καιρός ήταν καταδεκτικός ακόμα και δίπλα στο κύμα. Ο χειμώνας είχε παραδώσει ανεπιστρεπτί τα κλειδιά του κόσμου στην άνοιξη. Αυτό το δειλινό μέσα στην παραθαλάσσια παράγκα η θερμοκρασία ήταν ανεκτή. Κατάχαμα στο τσιμεντένιο δάπεδο έχασκε μια κόκκινη λεκάνη γεμάτη νερό. Στο τραπεζάκι το πινέλο, η κρέμα ξυρίσματος και ένα πολυκαιρισμένο ξυραφάκι, μόλις είχαν τελειώσει την κοπιαστική δουλειά τους. Στην μέση του δωματίου ο ηλικιωμένος άντρας φρεσκοξυρισμένος και καθαρός, ανάλαφρος, σκεφτόταν την αποψινή βραδιά, μετά από χρόνια θα πήγαινε και αυτός στην Ανάσταση.
Συλλέκτης παλαιών αντικειμένων ή παλιατζής. Του άρεσε να αλλάζει τον επαγγελματικό του τίτλο αναλόγως των περιστάσεων και των συνομιλητών του. Ήταν ένα παιδί του ορφανοτροφείου που είχε περάσει σχεδόν από όλα τα ιδρύματα της Θεσσαλονίκης του 50 και 60. Οι γονείς, αγνώστου ταυτότητος. Τον παράτησαν ένα φθινοπωρινό ξημέρωμα του 1948 στην εκκλησιά του Αγ. Μηνά στο κέντρο της πόλης και έφυγαν κυνηγημένοι, σκέτα αγρίμια για το βουνό, με φόντο τον αλληλοσπαραγμό του αδελφοκτόνου πολέμου. Ήταν μόλις λίγων ημερών εκείνο το υγρό πρωινό που τον βρήκε φασκιωμένο με μια μάλλινη κουβέρτα ο υπέργηρος νεωκόρος του ναού. Από τότε ξανά δεν ένοιωσε την αγκαλιά τους, ούτε ποτέ έμαθε κάτι για αυτούς. Παρόλα αυτά πολλά ήταν τα βράδια που τους ονειρεύονταν. Η μάνα του μελαχρινή, γλυκιά και λαμπερή σαν ηθοποιός φωτορομάντζου. Ο πατέρας ψηλός, γεροδεμένος με ένα πλατύ χαμόγελο ίδιος ο Κάρι Γκράντ. Όπως και στα όνειρα του, όταν ακόμα ήταν μικρούλης τους περίμενε να εμφανιστούν πίσω από την ψηλή καγκελόπορτα των ορφανοτροφείων μια Κυριακή πρωί. Λαχταρούσε να τον αγκαλιάσουν, να τον φιλήσουν και έπειτα να πάνε όλοι μαζί στο σπίτι τους, σε ένα πραγματικό σπίτι, με ένα δωμάτιο δικό του, ολόδικο του. Τα χρόνια πέρασαν, αλλά ποτέ κανείς δεν διάβηκε την καγκελόπορτα για αυτόν, ούτε καν εμφανίστηκε κάποιος συγγενής. Κανείς δεν ρώτησε για αυτόν, κανείς δεν σκέφτηκε σοβαρά να τον υιοθετήσει. Μόνος στον κόσμο. Έτσι το πήρε απόφαση το ορφανό, ο Θωμάς. Μιας και δεν τον ήθελαν ούτε οι γονείς του, μήτε κανείς ξένος, θα πορευόταν στην ζωή μονάχος του, ανεξάρτητος και ελεύθερος.
Στα δεκαπέντε του ο κυρ Τάσος ο επιστάτης του είχε πει να αλλάξει γιατί μπορεί να ήταν έξυπνος μα ήταν και απροσάρμοστος. Για αυτό, μάλλον εκτός του χαρακτήρα του φταίγανε και τα βιβλία. Όχι ότι του άρεσε ιδιαίτερα να τα διαβάζει με τις ώρες όπως κάποιοι άλλοι, μερικά όμως λες και του μιλούσαν ίσια στην καρδιά του. Ειδικά οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ και του Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουαίην. Τα λάτρευε αυτά τα αγόρια. Ειδικά τον Τομ, αυτό το ατίθασο, τολμηρό παιδί. Ορφανό σαν και τον ίδιο, με μια θεία να τον προσέχει σαν παιδί της. Μια μικρή πόλη του Μιζούρι πλάι στον Μισισιπή ήταν το ορμητήριο του για τις πιο απίθανες μυστικές περιπέτειες με μυθικούς πειρατές και κρυμμένους θησαυρούς που έχουν την δύναμη να μαγεύουν κάθε παιδί. Πόσο μάλλον ένα του ορφανοτροφείου που αναγκασμένο να ζει κλεισμένο για χρόνια σε τέσσερις τοίχους γητεύτηκε ανεπανόρθωτα από την αίσθηση της ελευθερίας και της ανεμελιάς των ηρώων του. Δέθηκε τόσο πολύ μαζί του ώστε όταν εκείνο το βροχερό μεσημέρι τελείωσε η ανάγνωση του βιβλίου και μαζί το ταξίδι του στον μαγικό κόσμο του Τομ, χοντρά δάκρυα κύλησαν από τα θλιμμένα καστανά μάτια στα μάγουλα και χύθηκαν καυτά μέχρι την παιδική του ψυχή. Η έλλειψη του αγαπημένου του ήρωα τον αρρώστησε. Από την στεναχώρια του ανέβασε πυρετό εκείνη και την επόμενη ημέρα.
Ατίθασος λοιπόν και ο ίδιος, ήταν η λέξη που θα άκουγε σχεδόν καθημερινά από τα αυστηρά χείλη των καθηγητών του. Αυτή ήταν και η πραγματικότητα. Εδώ που τα λέμε δεν του άρεσε καθόλου μα καθόλου να ασχολείται με τα τεχνικά που προσπαθούσαν ντε και καλά βρε αδερφέ να του μάθουν. Μια υδραυλικός, μια ηλεκτρολόγος, μια μπογιατζής. Αι στο καλό, αυτουνού του άρεσε να γυρνοβολάει ελεύθερος σαν πουλί και να αγναντεύει από το δώμα του ορφανοτροφείου τον ορίζοντα, την απέραντη θάλασσα, τα ψηλά βουνά της Μακεδονικής γης που χώνονταν μέχρι τα σύννεφα σε ένα θεσπέσιο φεστιβάλ χρωμάτων. Όλα τα άλλα τα άφηνε στον θεό. Σε παράφραση των λόγων του πάτερ Αρσένιου, του εφημέριου του ιδρύματος του άρεσε να απαντάει και αυτός σε όποιον του έθετε βασανιστικά το ερώτημα «Εσύ τι θα κάνεις στην ζωή σου;»
«Έχει αυτός, θα με φροντίσει και εμένα σαν τ’ άλλα ζωντανά του»
Έτσι όταν έφτασε η μέρα της ενηλικίωσης του με μοναδική του αποσκευή ένα κολάζ αντικρουόμενων συναισθημάτων αποχαιρέτησε το Παπάφειο ίδρυμα. Το είχε ανάγκη, διψούσε να ζήσει ελεύθερος έξω από τον ψηλό σιδερένιο φράχτη, μακριά από τους μουχλιασμένους τοίχους, τις κουκέτες και τα μελαγχολικά δωμάτια του ορφανοτροφείου. Γνώριζε όμως καλά ότι αυτό ήταν και το τελευταίο καταφύγιο του πριν την ζούγκλα που τον περίμενε στην πραγματική ζωή εκεί έξω.
Στην μεγάλη πόλη αφού δεν γνώριζε κανένα άλλο επάγγελμα – μιας και δεν το ήθελε ο ίδιος - βρήκε σύντομα δουλειά σαν εργάτης σε ένα από τα πολλά παλιατζίδικα στην περιοχή της Χαριλάου. Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια κυλούσαν σαν νερό σε ήρεμο ρυάκι. Δεν άντεξε πολύ να ‘χει αφεντικό στον σβέρκο του. Έτσι ένα ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου αποχαιρέτησε το παλιατζίδικο και τον μεσόκοπο αφεντικό του, τον κυρ Γιάννη. Με τις οικονομίες του αγόρασε ένα κάρο και τον Λουκά, το άλογο του για να μαζεύει τα παλιοσίδερα, όπως ο συγχωρεμένος ο Μένιος, ο αγαθός γέροντας, ο καλός του φίλος.
Στους χειμώνες και τα καλοκαίρια που πέρασαν πάνω του αυτός πάντα συνέχιζε να είναι μοναχικός, ελεύθερος και ολιγαρκής σαν τα σπουργίτια. Όταν τέλειωνε την δουλειά, πετούσε από πάνω του την μουτζούρα και κατηφόριζε στην θάλασσα. Τον ευχαριστούσε να περπατάει δίπλα της, να ξαπλώνει στο πλάι της, να την μυρίζει, να αφουγκράζεται τις σκέψεις της, να ονειρεύεται μαζί της κάτω από την άλλοτε ήρεμη και άλλοτε βαριά πνοή της.
Στις μακρινές του περιπλανήσεις χιλιάδες σκέψεις τον συντρόφευαν. Πολλά ερωτήματα τον τυραννούσαν από τα αιώνια και θεμελιώδη ως τα μικρά αλλά προσωπικά διλλήματα. Ένα από αυτά το κοίταξε στα μάτια αντρίκια και θέλησε να το απαντήσει με σιγουριά. Έπρεπε να παντρευτεί, να κάνει τα δικά του παιδιά; Σε αυτό το ερώτημα κάτι βάραινε πολύ και ήταν ο χαρακτήρας που σμίλεψε όλα του τα χρόνια. Ήταν όμορφος, καλοφτιαγμένος άντρας. Δεν ήθελε δεσμεύσεις, απολάμβανε την ελευθερία του, την ανεξαρτησία του, την ξενοιασιά του. Έπειτα γνώριζε ότι γυναίκες είναι κτητικές, σε θέλουν δικό τους, να είσαι πλάι τους, να ασχολείσαι με αυτές, θέλουν να κάνουν παιδιά. Για αυτό το τελευταίο ως παιδί του ορφανοτροφείου ένοιωθε απόλυτα την ευθύνη. Χωρίς αμφιβολία τον βάρυνε αφάνταστα η σκέψη πως αν έπαιρνε απόφαση να παντρευτεί θα κρέμονται από πάνω του για χρόνια οι τύχες άλλων ανθρώπων. Αυτό τον στοίχειωνε «Να δημιουργείς οικογένεια και να φέρνεις στην ζωή παιδιά δεν είναι κάτι απλό. Η ζωή είναι σαν την θάλασσα. Την μια είναι ήρεμη και γλυκιά, καλοτάξιδη. Την άλλη όμως σκοτεινιάζει και ξεσπά άξαφνα η τρικυμία, ποτέ δεν ξέρεις σε πια βράχια θα σε ρίξει.
«Εγώ ο ίδιος, τα παιδιά των ορφανοτροφείων είναι το ζωντανό παράδειγμα. Οπότε καλύτερα έτσι» μονολογούσε πικρά.
Αυτή η παραθαλάσσια ήταν η πέμπτη ας το πούμε κατοικία του. Οι άλλες τέσσερις που με τα χρόνια είχε εγκαταλείφθηκαν είτε από την δική του ανάγκη αλλαγής προσώπων και καταστάσεων, είτε από κάποιους περίοικους που δεν ήθελαν στην γειτονιά τους τις άχρηστες παλιατζούρες του και ακόμα αυτόν τον ίδιο που τους χαλούσε την αισθητική τους με τον ιδιόμορφο τρόπο ζωής του.
Υπήρχαν όμως και οι άλλοι. Άνθρωποι που υπήρξαν όλες τις εποχές και θα υπάρχουν όσο ανθρώπινη καρδιά θα χτυπάει στην γη. Άνθρωποι που τον νοιάστηκαν, που του έδωσαν ένα πιάτο ζεστό φαί, ένα σπιτικό γλυκό φτιαγμένο με αγάπη. Αυτοί οι ανώνυμοι άνθρωποι που ζουν ανάμεσα μας. Πλάσματα αγάπης που βάζουν το προσωπικό συμφέρον κάτω από το κοινωνικό καλό και μόλις βρουν την ευκαιρία σε κάνουν να δακρύζεις από υπερηφάνεια με τις πράξεις τους.
Όπως εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα. Ο θόρυβος μιας εξάτμισης ήταν η αιτία, ο Λουκάς αφήνιασε. Το φορτωμένο κάρο έγειρε στα πλάγια. Ο γερό Λουκάς δεν μπόρεσε ποτέ ξανά να σηκωθεί περήφανος στα πόδια του και να τινάξει την πλούσια μαύρη χαίτη του. Έφυγε από το πλάι του αφεντικού του λίγες ώρες μετά. Ο Θωμάς καταπλακώθηκε, θα πέθαινε αν μια παρέα τριών αντρών δεν πετάγονταν από το καφενείο «Ο Ναύαρχος». Με κόπο και ιδρώτα ρίχτηκαν και τράβηξαν παλικαρίσια την μάζα των παλιοσίδερων που είχαν πλακώσει το σώμα του. Σε τέτοιους ανθρώπους πίστευε ο Θωμάς και σε όλους αυτούς που τρεις μήνες τον γιάτρευαν, τον περιέθαλπαν, τον στήριζαν στο κρεβάτι του πόνου μέχρι να συνέρθει, μέχρι να θρέψουν οι πληγές και τα σπασμένα του κόκκαλα.

***
Λίγο πριν ακουστούν οι χαρμόσυνες καμπάνες.
Οι δείκτες των ρολογιών μόλις είχαν προσπεράσει τις έντεκα καθώς ο παλλόμενος ήχος από το ψιλόλιγνο καμπαναριό καλούσε ακούραστα τους πιστούς στην εκκλησιά. Οι ευωδιές της άνοιξης από τα κάθε λογής πολύχρωμα βλαστάρια κυριαρχούσαν ακόμα και δίπλα στο κύμα ενώ οι βυζαντινές ψαλμωδίες σπρωγμένες από τα μεγάφωνα χρωμάτιζαν τον αέρα με την κατανυκτική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας της χριστιανοσύνης. Φύση και άνθρωποι, έλλογα και άλογα πλάσματα, ταπεινά δημιουργήματα και εγωκεντρικά όντα θα άκουγαν για ακόμη μια φορά το χαρμόσυνο μήνυμα, ο καθένας με το δικό του αισθητήριο, με την δική του πίστη. Πριν από λίγη ώρα είχε ξεκινήσει η ακολουθία της Αναστάσεως στο ξωκλήσι του Αϊ Νικόλα.
Το μικρό εκκλησάκι και πλάι του το ψηλό καμπαναριό σε σχήμα σταυρού είχαν χτιστεί εδώ και πολλά χρόνια στην άκρη της μεγάλης τσιμεντένιας προβλήτας του ιστιοπλοϊκού ομίλου. Προχωρούσε καμιά πενηνταριά μέτρα μέσα στην θάλασσα και έδινε απάγκιο σε μερικές δεκάδες ψαρόβαρκες από την μια πλευρά του και σε μεγάλα ιστιοπλοϊκά και ακριβά ταχύπλοα από την απέναντι.
Ο εφημέριος που τελούσε την αποψινή λειτουργία ήταν πολύ χαρούμενος. Το ξωκλήσι είχε να λειτουργήσει για καιρό αλλά αντιθέτως από ότι περίμενε ήταν σε πολύ καλή κατάσταση μιας και μερικοί συνταξιούχοι ναυτικοί το συντηρούσαν με δικά τους έξοδα. Κάθε άνοιξη έπαιρναν τις βούρτσες τους και μπόλικο ασβέστη και έκαναν τον Άγιο Νικόλα να λάμπει από την πάστρα. Το ένοιωθαν τιμή αλλά και υποχρέωση, το ελάχιστο προς εκείνον που πίστευαν ότι τους βοήθησε όλα τους τα χρόνια να διασχίζουν τους μαύρους φουρτουνιασμένους ωκεανούς και πάντα να γυρνάνε πίσω στην ηλιογέννητη, φωτεινή πατρίδα, σώοι και αβλαβείς.
Φέτος κάποιος είχε μεσολαβήσει στον μητροπολίτη Καλαμαριάς για τούτη την Αναστάσιμη λειτουργία. Ήταν εδώ και χρόνια που ακόμα και ο ίδιος ο προκαθήμενος είχε ξεχάσει τον ναίσκο. Έτσι εκείνο το ανεμοδαρμένο απόγευμα που τον επισκέφτηκε κάποιος άντρας που έβλεπε για πρώτη φορά και του ζήτησε να γίνει εκεί η ακολουθία της Ανάστασης, εκείνος με μια αίσθηση ντροπής που αυτός ο λαϊκός του υπενθύμισε την ύπαρξη του, αποφάσισε αμέσως να στείλει έναν κληρικό του για την ακολουθία. Ο άντρας εκτός αυτού του είχε εκμυστηρευτεί πως είχε κανονίσει μετά την Ανάσταση να μοιραστούν πασχαλινά τσουρέκια, κόκκινα αβγά και δώρα στα παιδιά που θα έρχονταν.
Ίδια και χειρότερη με πέρυσι, σαν Σαρακοστή παρατεταμένη και αυτή η χρονιά της οικονομικής κρίσης και της επαπειλούμενης χρεωκοπίας του κράτους. Σημαντικό πράγμα τα μικρά ή μεγάλα δώρα τέτοιες μέρες μιας και όλοι, λίγο ή πολύ δυσκολεύονταν με τα πασχαλινά έξοδα. Οι δημοτικές αρχές για φέτος εκτός από τα λίγα συσσίτια για τους απόρους που πλήθαιναν καθημερινά, δεν μπορούσαν να διαθέσουν τα απαραίτητα κονδύλια για γιορτινές παροχές στους δημότες τους. Για αυτό και ο Μητροπολίτης δεν έφερε καμιά αντίρρηση, απεναντίας το άκουσε με ευχαρίστηση.
Τα καλά νέα έφτασαν από αυτί σε αυτί πολύ γρήγορα και διογκώθηκαν ίδια με φούσκα έτοιμη να σκάσει. Η χώρα βρισκόταν υπό οικονομική κατοχή, ευρωπαϊκή ένωση, διεθνές νομισματικό ταμείο και ένας συρφετός από οίκους αξιολόγησης και μεγαλοεπενδυτές ασχημονούσαν σε βάρος της. Πολλές οικογένειες λόγω της βαθειάς οικονομικής ύφεσης αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Οι τραπεζίτες αυτοί οι ανθρωπόμορφοι υπηρέτες του χρήματος όπως πάντα σε τέτοιες περιόδους αυτό που επιζητούν λυσσαλέα είναι να διατηρήσουν τα κέρδη των προηγούμενων ετών και να αποφύγουν όλες τις πιθανές νέες επισφάλειες. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να πληθύνουν οι κατασχέσεις σπιτιών και αυτοκινήτων και για ακόμη μια φορά να κλείσουν τις στρόφιγγες της ροής του χρήματος και να το στερήσουν από νοικοκυριά και εταιρείες που το είχαν άμεση ανάγκη. Καταστήματα και επιχειρήσεις ασφυκτιούσαν και έκλειναν συνεχώς. Πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χάσει την δουλειά τους και σε κάποιες οικογένειες ακόμα και οι δυο γονείς ήταν άνεργοι. Η στατιστική υπηρεσία διαρκώς αναθεωρούσε τα νούμερα της ανεργίας προς τα πάνω. Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για όλους. Πλήθη απεγνωσμένων ανέργων στοιβάζονταν στα γραφεία ευρέσεως εργασίας και εκλιπαρούσαν έστω για μια περιστασιακή απασχόληση. Στα αρπακτικά του ιδιωτικού τομέα είχε ανοίξει η όρεξη για εκμετάλλευση και πιότερο κέρδος. Στην πόρτα τους καθημερινά στοιβάζονταν οικιοθελώς τα νέα τους θύματα. Οι κοινωνικές εντάσεις ήταν μεγάλες στην χώρα. Συχνές απεργίες και διαδηλώσεις δονούσαν την χώρα, αίμα αθώων είχε χυθεί στους δρόμους. Οι πολιτικοί άρχοντες της είχαν προχωρήσει σε μεγάλες περικοπές μισθών και συντάξεων ενώ κώφευαν ή ακόμα και αδιάντροπα προέβαλαν επαίσχυντες δικαιολογίες για την επί δεκαετίες εσκεμμένη κακοδιαχείριση της οικονομικής ζωής του τόπου. Κάποιες στιγμές η οργή του λαού ξεχείλιζε και παρέσερνε τα αίολα επιχειρήματα της εξουσίας ώστε στο τέλος εκείνοι έφταναν να λιποτακτούν εμπρός στα ανυπέρβλητα προβλήματα που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και η χώρα να μοιάζει με ακυβέρνητο καράβι έτοιμο να συντριβεί στα βράχια. Μέσα σε αυτήν απρόβλεπτη κατάσταση ακόμα και πολίτες που πριν λίγο καιρό ζούσαν με όλες τις ανέσεις που μπορεί να επιθυμήσει κάποιος την σημερινή εποχή, αφού είχαν χάσει την δουλειά ή την επιχείρηση τους, μεμιάς είχαν χάσει και όλα τα προνόμια τους και περίμεναν ως μάνα εξ ουρανού το επίδομα ανεργίας. Ήταν μεγάλη υπόθεση λοιπόν να περάσουν την Ανάσταση με δώρα, ίσως και λεφτά που κάποιος βαθύπλουτος Έλληνας του εξωτερικού – έτσι έλεγαν οι φήμες που διαδόθηκαν σαν αστραπή - θα πρόσφερε σε όλους.
Ο άντρας που στέκονταν τώρα περιχαρής με την λαμπάδα του έξω από τον Αϊ Νικόλα ήταν ο ίδιος που ευθύνονταν για την αποψινή λειτουργία. Το μαύρο κοστούμι που φορούσε ήταν ατσαλάκωτο μιας και είχε αγοραστεί πριν από λίγες ημέρες. Ακόμα είχε στις ίνες του ποτισμένη την βαριά μυρωδιά της άθλιας βιοτεχνίας ρούχων – κάπου στην νότια Βουλγαρία – που φτιάχτηκε για ελάχιστα ευρώ και το ελαφρύ άρωμα του εμπορικού στην οδό Μαρτίου.
Οι άνθρωποι που είχαν κατεβεί ήταν ήδη πολλοί και όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο πολλές οικογένειες ντυμένες με τα καλά τους κατηφόριζαν προς την θάλασσα. Το σούσουρο σαν σύννεφο σκόνης είχε απλωθεί πάνω από τα κεφάλια του κόσμου. Όλοι ήταν περίεργοι να δουν τον άνθρωπο που θα πρόσφερε τα δώρα. Να δουν ποιος είναι αυτός ο καλός Σαμαρείτης που μέσα στην κρίση που είχε γονατίσει όλη την χώρα προσφέρει τα λεφτά του για τους συνανθρώπους του. Αυτοί ήταν οι λίγοι, οι άνθρωποι με τον αγνό ανόθευτο τρόπο σκέψης. Οι πολλοί σκέφτονταν πολύπλοκα, με καχυποψία.
«Κάποιο λάκκο έχει η φάβα για να έρχεται κάποιος από τόσο μακριά και να προσφέρει τα λεφτά του στους άγνωστους συμπατριώτες του».
«Τι να ήταν αυτός και ποιος να τον έστελνε; Μήπως κάποιος λαοπλάνος που ήθελε να εξασφαλίσει την συμπάθεια του κόσμου δρώντας υπόγεια για σκοτεινά ακόμα και αντεθνικά συμφέροντα;»
«Μήπως έχουμε να κάνουμε με ένα πάμπλουτο εθνικό ευεργέτη; Ευεργέτες; Αυτό και αν ήταν αστείο, τούτοι οι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια από τούτη την μικρή γωνιά της γης».
Τέτοια και άλλα πολλά ερωτήματα κυκλοφορούσαν τις προηγούμενες μέρες και οι άνθρωποι ήταν μπερδεμένοι από τις διάφορες ερμηνείες και διαδόσεις. Πολλοί τελικά αποφάσισαν πως ήταν πιο φρόνιμο να πάνε κάπου άλλου για την Ανάσταση και να μείνουν μακριά από τα ύπουλα σχέδια κάποιων.
Εκείνος άκουγε όλη αυτήν την ώρα όσα λέγονταν στα πηγαδάκια αλλά δεν έδινε καμιά απολύτως σημασία. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα παιδιά. Κοιτούσε πως κουνούσαν ανυπόμονα τις πολύχρωμες λαμπάδες με τα μαλακά χεράκια τους και την επιθυμία να τις ανάψουν. Αυτά τα αγγελούδια είχαν έρθει όχι μόνο με τις οικογένειες τους αλλά και μόνα τους. Ήταν παιδιά από ορφανοτροφεία της πόλης. Για αυτό δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο εκτός από μερικές μόνο επιστολές στις διοικήσεις που εξηγούσε το πόσο σημαντικό θα ήταν να παρευρεθούν και μερικά κουτιά παιδικές λαμπάδες.
Τώρα και αυτός ήταν ένα με τα παιδιά, τα πλούτη δεν τον εμπόδιζαν, όλοι τον είδαν πόσο γλυκά τους φέρονταν, πόσο θερμά τα αγκάλιαζε και κατάλαβαν. Πολλά κεφάλια γύρισαν και προσπαθούν να διακρίνουν την μορφή του, οι συζητήσεις φούντωσαν.
Η αναμονή της Ανάστασης άρχισε να κάμπτει το κλίμα αυτό, σιγά – σιγά τα πηγαδάκια σίγησαν. Τα φώτα του ναού έσβησαν μαζί με τα κεριά στα μπρούτζινα μανουάλια. Η ώρα του σκότους πριν την φωτοδοσία, την απαρχή, την γέννηση της ελπίδας έδινε συμβολικά το νόημα της ακόμα μια φορά στο αέναο ταξίδι των ψυχών.
Πλάι στην θάλασσα όλα ήταν σκοτεινά, μικροί και μεγάλοι ανάμεσα στα ελλιμενισμένα ταχύπλοα και τις ταπεινές βαρκούλες στέκονταν σιωπηλοί εμπρός στο δέος του σκότους και της επερχόμενης Ανάστασης. Απέναντι τους η πόλη και οι εκκλησιές σε λίγο θα αποκαλύπτονταν. Από εκεί το μάτι μπορούσε να την δει ολάκερη σχεδόν, από τα νεόδμητα ανατολικά της προάστια, το κέντρο και την άνω πόλη με τα κάστρα της, μέχρι το λιμάνι με τους κοιμισμένους γίγαντες πάνω απ’ τα φορτηγά πλοία και τις δυτικές συνοικίες καλυμμένες από την αιθάλη της βιομηχανικής. Τα φώτα του πολεοδομικού γίγαντα καθρεπτίζονταν ίδια με μακρόσυρτες κιτρινωπές κορδέλες πάνω στην ακίνητη επιφάνεια του Θερμαϊκού, ο άνεμος λες και είχε σβήσει και αυτός μέσα στα σπλάχνα του ουρανού, τώρα όλοι περίμεναν το άκτιστο Φως.
Ο εφημέριος εμφανίστηκε στην Ωραία Πύλη κρατώντας σε κάθε χέρι από μια δεσμίδα με τριάντα τρία κεριά. Το άγιο Φως έκαιγε στα φυτίλια τους, «Δεύτε λάβετε Φως» κάλεσε το εκκλησίασμα. Το Φως της Αναστάσεως που ταξίδεψε από τον πανάγιο τάφο για να φτάσει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας βγήκε από τον ναό, τα λευκά κεριά έσμιξαν, τα πρόσωπα και οι καρδιές των πιστών φωτίστηκαν, το σκότος πισωπάτησε και χάθηκε στα τάρταρα της αβύσσου. Λίγα λεπτά αργότερα ο ιερέας με τους ψάλταδες και τα εξαπτέρυγα εξήλθαν τελετουργικά για το τελικό μέρος της ακολουθίας. Η ψαλμοί ταξίδεψαν μέχρι το βάθος του κόλπου και αγκάλιασαν τα ποντοπόρα πλοία και τους ναύτες που έπιαναν λιμάνι, η κορύφωση της εβδομάδας των παθών, η λύτρωση, η εκπλήρωση, η Ανάσταση είχε φθάσει.

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Η πόλη μεμιάς πετάχτηκε από την νυκτερινή σιγή της. Οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα από όλες τις εκκλησιές. Λευκά περιστέρια φτερούγιζαν ελεύθερα πάνω από τους τρούλους και τα καμπαναριά. Πυροτεχνήματα ορθώνονταν με θόρυβο, η νυκτερινή ατμόσφαιρα φωτίστηκε από τις χιλιάδες πολύχρωμες λάμψεις. Στην γη οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν και εύχονταν αγάπη, ευτυχία και επί γης ειρήνη.
Μεγάλοι και μικροί με τις λαμπάδες και τα φαναράκια τους άρχισαν να περπατούν προς τα εκεί όπου μετά την Ανάσταση τα φώτα που άναψαν αποκάλυψαν ένα μεγάλο μπουφέ. Οι άνθρωποι της εταιρείας δεξιώσεων είχαν στήσει τους πάγκους με τα δώρα και τα πασχαλινά εδέσματα λίγο μακρύτερα από τον ναό επάνω στην αμμουδιά. Ο Νίκος Καραγγιανίδης ο ιδιοκτήτης της, ηγούνταν του προσωπικού του. Όλα είχαν στηθεί άψογα για την αποψινή βραδιά. Οι άνθρωποι πλησίασαν με τάξη και αξιοπρέπεια το σημείο.
Ο Καραγιαννίδης πήρε ένα μικρόφωνο και άρχισε να μιλάει.
«Αγαπητοί μας φίλοι, Χριστός Ανέστη», Αληθώς ο Κύριος επιβεβαίωσαν με μια φωνή οι πιστοί. «Θα ήθελα να ευχηθώ χρόνια πολλά και ευτυχισμένα σε όλους σας. Δεν θα σας κουράσω απλώς πριν από οτιδήποτε άλλο, θα ήθελα να ακούσετε δυο λόγια». Όλοι κατάλαβαν, επιτέλους θα έβλεπαν αυτόν που περίμεναν.
Δίπλα στον Καραγιαννίδη εμφανίστηκε, ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι και ύστερα ένα λίγο μεγαλύτερο αγόρι, αμούστακο ακόμα. Τότε μέσα τους, μέσα από το πλήθος βγήκε εκείνος και στάθηκε δίπλα στα παιδιά, το φως των προβολέων έλουσε το πρόσωπο του, αποκάλυψε τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου που αν και ο χρόνος και οι περισσές δυσκολίες είχαν σμιλέψει τα σημάδια τους επάνω του όμως είχαν αφήσει ανέγγιχτη την γλυκύτητα που του είχε χαρίσει η φύση. Όλοι τον κοιτούσαν σιωπηλοί, πολλοί πίστεψαν πως τον αναγνώρισαν, ήταν ένας Έλληνας πάμπλουτος επιχειρηματίας ψιθύρισαν στους διπλανούς.
«Χριστός Ανέστη, υγεία και ευτυχία σε εσάς και τις οικογένειες σας. Συγχωρέστε όμως δεν είμαι συνηθισμένος σε κάτι τέτοιο, έπρεπε όμως να γίνει, το χρωστούσα στον εαυτό μου, αλλά και σε αυτά τα παιδιά, τα παιδιά των ορφανοτροφείων. Ήμουν και εγώ ένα από αυτά και συνεχίζω να νοιώθω τους κτύπους της καρδιά τους πίσω από τους ψηλούς φράκτες των ορφανοτροφείων, τις ανεκπλήρωτες παιδικές επιθυμίες, τα καυτά δάκρυα τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς. Ναι, έχετε δίκιο, είμαι πλούσιος, πάρα πολύ πλούσιος, όχι όμως όπως πιστεύετε, όχι, δεν είμαι σκασμένος από λεφτά, έχω μέσα μου αγάπη, πολύ αγάπη από τον κόσμο που ξέρει πάντα απλόχερα να την δίνει σε αυτούς που θέλουν να την δεχτούν». Σαν πέπλο που φεύγει απότομα και αποκαλύπτει την αλήθεια έφυγε από πάνω του η φήμη. Στο χαραγμένο από κακουχίες πρόσωπο, στα επίμονα καλοσυνάτα μάτια του αναγνώρισαν τον παλιατζή. Ήταν αυτός, χειμώνα, καλοκαίρι σεργιάνευε αργά στις γειτονιές μαζεύοντας τα παλιοσίδερα.
«Η πατρίδα μας, όλοι εμείς περνάμε δύσκολες ώρες. Αυτός ο λαός ξέρει να τις αντιμετωπίζει. Δεν μας χρειάζονται πλούσιοι σωτήρες, ποτέ δεν μας βοήθησαν πραγματικά. Φτάνει να έχουμε μέσα μας αγάπη, και όλα ξεπερνιούνται. Δεν χρειάζονται πολλά, απόδειξη η αποψινή βραδιά, ο φίλος μου ο Νίκος, παιδί του ορφανοτροφείου και αυτός.
Ο Θωμάς αγκάλιασε τα δυο παιδιά, «Σας παρακαλώ, σήμερα, αύριο, και κάθε μέρα μην ξεχνάτε αυτά τα αγγελούδια που περιμένουν ένα χαμόγελο, χαρίστε τους την έμπρακτη αγάπη σας. Ας τα σφίξουμε στην αγκαλιά μας, ας ανοίξουμε το σπίτι μας, να τους δώσουμε την αγάπη μας και τότε ο Χριστός, τότε μόνο θα αναστηθεί πραγματικά στις καρδιές μας.

***
Δεν είχε ύπνο, πήρε ένα καρεκλάκι και κάθισε έξω από την παράγκα του. Σαν μητρικό χέρι - αυτό που δεν γνώρισε ποτέ - το ελαφρύ αεράκι του χάιδευε απαλά το πρόσωπο. Αισθανόταν παιδί, σαν τον αγαπημένο του Τομ Σώγιερ. Τώρα του έμοιαζε, είχε πετύχει τον σκοπό του κάνοντας μια μεγάλη ζαβολιά. Τον Μητροπολίτη τον είχε ξεγελάσει, είχε συστηθεί ως μεγαλοεφοπλιστής με έδρα το Λονδίνο και μπόλικα πλοία σκορπισμένα στα μεγαλύτερα λιμάνια της υφηλίου. Κατάφερε να τους αναστατώσει όλους, μόνο στην τηλεόραση που δεν το ανέφεραν. Άξιζε τον κόπο όμως.
Στα ανοιχτά ένα δεξαμενόπλοιο έμπαινε στον κόλπο, ποιος ξέρει από ποιές χώρες μακρινές ερχόταν; Τα φώτα της γέφυρας τρεμόπαιζαν αχνά στο βλέμμα του. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του, ίσως θα ‘πρεπε να μπάρκαρε στα νιάτα του… Ήταν αργά πια για κάτι τέτοιο. Αυτός που αγάπησε τόσο πολύ την θάλασσα έζησε για πάντα στην στεριά. Μπήκε μέσα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του ευτυχισμένος, σε λίγο ξημέρωνε η μεγαλύτερη γιορτή των Ελλήνων.

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011

Monday, April 18, 2011

"Χάσαμε τον Νίκο μας"


Του Απόστολου Λυκεσά
ΕΘΝΟΣ on line,18/04/2011
Απωλέσαμε τον Νίκο μας. Δραπέτευσε αμετάκλητα σε μια ρωγμή του χρόνου. Ζαλώθηκε τα μπαγιατλίδικα μεράκια του για το Ταξίδι, χαρίζοντάς μας χρόνια τα τραγούδια του, τους καημούς του, τα σεκλέτια και τις χαρές του. Το παρκάκι της ΜΕΝΤ ορφάνεψε ήδη χωρίς τον ίδιο στο γραφείο. Το στούντιο «Αγροτικόν» πέθανε νωρίτερα εξαιτίας της παγερής αδιαφορίας της πόλης που αγάπησε και ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Ο τραγουδιστής της γυφτιάς που αρνήθηκε τις σειρήνες της πρωτεύουσας, με πείσμα ακατανόητο για όσους δεν καταλαβαίνουν τι αξίζει να συστοιχίζεσαι με φίλους σε Λοξή Φάλαγγα. Μας εγκαταλείπει σήμερα με έναν κόμπο στο μήλο του Αδάμ σαν να στραβοδέσαμε το φουλάρι του στον λαιμό μας. Χάσαμε τον Νίκο μας. Που γελούσε κελαρυστά ακόμη κι όταν μιλούσε για καταστάσεις που πονούσαν σαν πικράγκαθα της Νισύρου καρφωμένα στη σάρκα. Τόσα χρόνια μακριά από το Θέατρο Δάσους. Ποιος; Ο Νίκος μας. Την ίδια ώρα που οι μουσαφιραίοι χαλούσανε και χαλάνε τον κόσμο. Οπότε δώσ' του τα μερακλωμένα μακεδονίτικα στην Πλάτωνος μεσάνυχτα Αυγούστου ή τα νησιώτικα της αναστάτωσης στο Ασυλο, απέναντι από τα κοιμητήρια. Απωλέσαμε τον Νίκο μας. Που του `λεγες, «να κάνουμε Νικόλα το και το...» κι είχε αμέσως την προοπτική «όμορφο ακούγεται...». Κι έσκυβε πάνω στα καλώδια και τα ποντισιόμετρα. Υστερα αίφνης «πάμε για τηγανητές πατάτες και ρετσίνες στον καφενέ». Με μαράζι για τη χαμένη γενέθλια πλατεία Διοικητηρίου. Και να τριγυρνά με ένα ξεχαρβαλωμένο «παπάκι» έτοιμος να ραντίσει τον αέρα των στενών και να ραντιστεί παυσίλυπη νοσταλγία. Ριπές του Βαρδάρη τού ένευαν συνθηματικά στο Τσινάρι. Χάσαμε τον Νίκο μας. Ο Παναγιώτης βρήκε ένα τσίλικο μπαγλαμαδάκι να του το δώσει για τον δρόμο. Ακόμα και οι παράφωνοι θα τραγουδήσουμε το κατευόδιο. Ακλαφτο πώς να τον στείλουμε στο ταξίδι;

Friday, April 15, 2011

Τα βιβλία στο ...απόσπασμα


Αριστουργήματα αποσύρονται από αμερικανικές βιβλιοθήκες
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/04/2011,to vima-on line

Τα βιβλία που συγκέντρωσαν τα περισσότερα αιτήματα απόσυρσης από τις αμερικανικές δημόσιες και σχολικές βιβλιοθήκες ανακοίνωσε, όπως κάθε χρόνο, ο Σύνδεσμος Αμερικανικών Βιβλιοθηκών (American Library Association-ALA).
Οι περιγραφές ερωτικών σκηνών, η άσεμνη και προσβλητική γλώσσα, η ακαταλληλότητα του βιβλίου για την ηλικία στην οποία απευθύνεται, η θρησκευτική οπτική, τα ναρκωτικά, η βία, η ομοφυλοφιλία και οι φυλετικές διακρίσεις είναι κατά σειρά οι λόγοι για τους οποίους οι αναγνώστες –συνήθως γονείς– ζητούν στις τοπικές τους βιβλιοθήκες να αποσύρουν κάποια βιβλία.
Οι λόγοι ποικίλλουν βεβαίως από Πολιτεία σε Πολιτεία, ανάλογα τη σύνθεση των τοπικών κοινωνιών.
Στην κορυφή της λίστας παραμένει, για πέμπτη συνεχή χρονιά από το 2005, το And Tango Makes Three των Πίτερ Παρνέλ και Τζάστιν Ρίτσαρντσον, ένα βιβλίο για παιδιά που βασίζεται σε πραγματική ιστορία.
Αφηγείται την ιστορία δυο αρσενικών πιγκουίνων στον ζωολογικό κήπο του Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης, οι οποίοι ανέθρεψαν σε κοινή φωλιά έναν νεοσσό που τους δόθηκε. «Προβάλλει την ομοφυλοφιλία και είναι ακατάλληλο για παιδιά» είναι σταθερά η αιτιολογία απομάκρυνσης του βραβευμένου βιβλίου από τις βιβλιοθήκες.
Το μόνο κλασικό βιβλίο στη λίστα για το 2010 είναι Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος του Αλντους Χάξλεϊ, το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του 1932 για μια δυστοπική κοινωνία βασισμένη στη γενετική τεχνολογία, που θεωρείται το αριστούργημα του συγγραφέα.
Στην ίδια λίστα βρίσκουμε τους Αγώνες πείνας της Σούζαν Κόλινς και το Λυκόφως της Στέφενι Μέγερ λόγω της βίας που απεικονίζουν αλλά και το Για πενταροδεκάρες, η οδύσσεια μιας δημοσιογράφου στην πραγματικότητα της σύγχρονης φτώχειας της Μπάρμπαρα Ερενράιχ, επειδή κάνει λόγο για ναρκωτικά, έχει θρησκευτική και πολιτική οπτική και άσεμνη γλώσσα.
Ο Σύνδεσμος –ο οποίος στο τέλος κάθε Σεπτεμβρίου διοργανώνει εβδομάδα υπέρ της ελευθερίας της ανάγνωσης στηλιτεύοντας την επιζήμια πρακτική της λογοκρισίας– είναι βεβαίως κατά των απαγορεύσεων.
Οι προγραφές βιβλίων, που θυμίζουν τον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων του Βατικανού ή σκοταδιστικές πρακτικές ανελεύθερων δικτατορικών καθεστώτων, μόνο βήμα προόδου δεν μπορεί να αποτελούν για την κοινωνία της γνώσης. Το αισιόδοξο νέο για την ελευθερία της ανάγνωσης είναι ότι το 2010 τα αιτήματα αυτά στις ΗΠΑ μειώθηκαν σε 348 (από 460 το 2009).
«Είμαστε μέλη μιας πλουραλιστικής και περίπλοκης κοινωνίας και πρέπει να έχουμε ελεύθερη πρόσβαση σε μια ευρεία γκάμα απόψεων για την ανθρώπινη ύπαρξη προκειμένου να προωθηθεί η κριτική σκέψη και η αλληλοκατανόηση» δήλωσε η Μπάρμπαρα Τζόουνς, διευθύντρια του Συνδέσμου, τονίζοντας ότι, ενώ ο Σύνδεσμος υποστηρίζει το δικαίωμα κάθε αναγνώστη να επιλέξει ή να απορρίψει ένα βιβλίο για τον εαυτό του ή για την οικογένειά του, διαφωνεί με το να δίνεται η εξουσία σε όσους έχουν αντιρρήσεις για ένα συγκεκριμένο βιβλίο να απαγορεύουν την πρόσβαση σε αυτό σε άλλους αναγνώστες.
Λαμπρινή Κουζέλη

Friday, April 1, 2011

Ανοιχτή συζήτηση για την λογοτεχνία


Η επιθεώρηση πολιτισμού Ένεκεν και οι Εκδόσεις/Περιοδικό Γραμμάτων & Τεχνών Βακχικόν (www.vakxikon.gr) σας προσκαλούν στην ανοιχτή συζήτηση


Τρεις συγγραφείς της νέας γενιάς συζητούν
για τη λογοτεχνία σήμερα
Γιώργος Αλισάνογλου
Ιορδάνης Κουμασίδης
Νίκη Χαλκιαδάκη

Συντονίζει η δημοσιογράφος Παυλίνα Εξαδακτύλου

Σάββατο, 9 Απρίλη στις 8.30 μ.μ. στην Ετεροτοπία
(Ίωνος Δραγούμη και Πτολεμαίων 42, 2ος όροφος)

Θα ακολουθήσει live με τους Εν Κατακλείδι

Wednesday, March 30, 2011

Εφυγε..


"Ήταν πατριώτη ένας λαός
ένας μεγάλος τοπικός εχθρός.

Θέλανε νά 'χουν όλοι το σπιτάκι τους
καθημερινά το μεροκαματάκι τους
νά 'χουν ακόμα κι άμα θα κακογεράσουν
μια συνταξούλα για να μην πεινάσουν.

Νιώθεις πατριώτη τι εχθρός
ήταν τούτος ο παλιολαός...

Θέλανε να μην περπατούν στα τέσσερα",

φτώχυνε τα γράμματα η αναχώρησή σου
Ιάκωβε Καμπανέλη της αγέρωχης αντίστασης,του ορθού αναστήματος
που δεν γονάτισε ούτε στις διώξεις,ούτε στην αποθέωση..

Sunday, March 27, 2011

Με ένα βιβλίο ταΐζεις ένα αδέσποτο!


e-net,on line,Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
Τώρα όλοι μπορούν να βοηθήσουν τα αδέσποτα, απλά ξεκαθαρίζοντας τη βιβλιοθήκη τους! Το φιλοζωϊκό σωματείο Αδεσποτολόγιο, διοργανώνει το επόμενο Σαββατοκύριακο 2 και 3 Απριλίου, παζάρι με βιβλία και μικροαντικείμενα, τα έσοδα του οποίου θα διατεθούν για τις δράσεις του.
Ρίξτε μια ματιά λοιπόν στα βιβλία που έχετε διαβάσει, είναι σε καλή κατάσταση αλλά δεν θέλετε πιά ή σε οτιδήποτε άλλο μικροαντικείμενο όπως κόσμημα ή διακοσμητικό και επικοινωνήστε με το adespotakia@gmail.com για να το παραλάβουν οι εθελοντές του Αδεσποτολογίου. Όσι θέλουν απλά να πάνε στο παζάρι για να αγοράσουν δώρα βοηθώντας τα αδέσποτα, μπορούν να επισκευθούν από τις 11 το πρωΐ έως τις 7 το απόγευμα την αίθουσα εκδηλώσεων Liquimar TankersManagment, Αλωπεκής 1-3 και Ηροδότου στο Κολωνάκι.
Το Αδεσποτολόγιο ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2008, σαν μια ολιγομελής παρέα με αγάπη για τα ζώα που ζουν στο δρόμο, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2010 ξεκίνησε την λειτουργία του και σαν σωματείο. Μαζί τους ξεκίνησε και ένα blog, το www.adespotologio.blogspot.com, με σκοπό να ευαισθητοποιήσει περισσότερο κόσμο να κάνει κάτι για τα αδέσποτα της γειτονιάς του. Προτεραιότητες του σωματείου είναι: Η στείρωση των ζωών και η υιοθεσία τους, η ενθάρρυνση του κόσμου να υιοθετήσει ένα αδέσποτο ζωάκι που ζει στο δρόμο παρά να αγοράσει κάποιο. Επίσης η ομάδα του Αδεσποτολογίου φροντίζει καθημερινά, ταΐζοντας, παρέχοντας ιατρική φροντίδα και στειρώνοντας, δεκάδες αποικίες αδέσποτων ζώων σε όλη την ΑΘήνα. Όποιος θέλει να βοηθήσει είτε μεταφέροντας κάποιο ζώο με αυτοκίνητο προς κτηνιάτρους ή σπίτια υιοθεσίας, είτε φιλοξενώντας ένα αδέσποτο μέχρι να βρει σπίτι, μπορεί να στείλει e-mail στο adespotakia@gmail.com. Για περισσότερες πληροφορίες ή και για ζωάκια που δίνονται για υιοθεσία μπορείτε να επισκευθείτε και το www.adespotologio.gr

Friday, March 25, 2011

Νέοι Εκδότες – νέοι συγγραφείς Νέα Τάξη – νέα καθήκοντα


του Λουκά Αξελού | 24 Φεβρουαρίου 2011
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταγράψει κανείς σε ένα σύντομο σημείωμα ζητήματα, προβλήματα και διλήμματα από τον χώρο του βιβλίου και της κίνησης των ιδεών χωρίς να τα αδικήσει. Για όσους συστηματικά ασχολούνται με τον χώρο αυτό είναι, πλέον, σαφές ότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν τα τελευταία χρόνια υλοτόμησαν –κυριολεκτικά– το «παραδοσιακό δάσος», με τις νέες λεωφόρους των σύγχρονων τεχνολογιών που δημιούργησαν τα ογκώδη νέα συγκροτήματα αλλά και τις σύγχρονες «εκδοτικές παράγκες».
Ασφαλώς τα ζητήματα που αναδεικνύει η νέα εκδοτική-πολιτιστική πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητα από τη συνολική πορεία των πραγμάτων στην ευρύτερη κοινωνικοπολιτική σφαίρα. Η κυριαρχία της λογικής των αγορών, η υποβάθμιση του ουσιαστικού γνωσιολογικού και αισθητικού υποβάθρου, η πλήρης αποσύμπλεξη της ηθικής από την πολιτική και η ανάδειξη ενός πολυπολιτισμικού τσελεμεντέ ως αποκλειστικής συνταγής της «νέας σύγχρονης σκέψης», δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον ευρύτερο χώρο του βιβλίου και της κυκλοφορίας των ιδεών.
«Tηλεορασοποίηση»και στο βιβλίο
Οι άνθρωποι που σήμερα κυριαρχούν και χειρίζονται τις τύχες του βιβλίου έχουν από καιρό ήδη παραβιάσει την συνδυαστική αρχή της ανάγκης ισορροπίας ανάμεσα στην πολιτισμική δημιουργία και την εμπορική αποτελεσματικότητα και λειτουργούν ως καλοί ή κακοί μαθητές της σχολής του Σικάγου.
Κοινός πλέον τόπος είναι ότι η επιβολή των σύγχρονων τεχνολογιών, η επικράτηση των οπτικοακουστικών ΜΜΕ, αλλά και ο τρόπος «γραφής» των κειμένων, αποτελούν μια πραγματικότητα που εν μέρει ανατρέπει τους παραδοσιακούς τρόπους πρόσληψης της γνώσης. Η «τηλεορασοποίηση» επηρέασε δραστικά όχι μόνον τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, αλλά και το βιβλίο. Αργά αλλά σταθερά, οι εφημερίδες και τα περιοδικά γνώμης εκτοπίζονται και είναι εμφανής η μειωμένη αντίσταση στη «λογική» της εικόνας και των αριθμών. Τώρα πια θεωρείται φυσικό να κατασκευάζουμε και βιβλία. Και νομίζω ότι δεν υπερβάλλω όταν επισημαίνω ότι τα τελευταία χρόνια δεκάδες βιβλία «φτιάχτηκαν» στην προσπάθεια του ανταγωνισμού και της νεοπλουτίστικης άποψης κάποιων συγγραφέων και εκδοτών που έχουν μπερδέψει την κυκλοφορία ιδεών με την κυκλοφορία των επιταγών και στοχεύουν, μέσω της συσσώρευσης χάρτινων «φερέτρων», να μονοπωλήσουν το βιβλίο στην Ελλάδα.
Μα θα αντιτάξει κανείς: Όλα τα κακά συμβαίνουν σε αυτόν τον τόπο; Προφανώς όχι. Φαινόμενα αντίστοιχα προηγήθηκαν και στη Βόρεια Ευρώπη και Αμερική που πολλοί έχουν ως αποκλειστικό πρότυπο. Η επικράτηση όμως των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων δεν είχε ως αποτέλεσμα το «τέλος της ιστορίας», ούτε όπως κάποιοι αφελώς φαντάζονται, εξαφάνισε την υπόλοιπη εκδοτική πανίδα και χλωρίδα, τμήματα της οποίας πέρασαν στην «Αντίσταση», ανοίγοντας ένα παρατεταμένο ιδεολογικοπολιτικό αντάρτικο, σχηματίζοντας θύλακες συνειδητών αναγνωστών, που εν τοις πράγμασι «συμμετέχουν στον αγώνα», ενισχύοντας τις εκδοτικές εκείνες εστίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το βιβλίο ως κατεξοχήν διαρκές πολιτισμικό αγαθό.
Η λογική της ποιότητας
Ίσως εδώ, πρέπει να κάνω κάτι σαφές. Η κριτική μου στη «συγκέντρωση και συγκεντροποίηση», δεν αποτελεί συνηγορία υπέρ του ελάσσονος και κατ’ επέκτασιν «καταγγελία» του μείζονος. Δεν υποστήριξα ποτέ εξιδανικευμένες απόψεις επιστροφής στην «αρχική συγγραφική-εκδοτική αθωότητα», πολλώ δε μάλλον στάθηκα πάντα κριτικός στην απαράδεκτη τσαπατσουλιά και προχειρότητα πολλών «αθώων μικροβιοτεχνών».
Το πρόβλημα λοιπόν έγκειται στο να κατανοήσουμε σήμερα τα όρια δράσης του σύγχρονου εκδοτικού «χόμο καταφέρτζικους». Ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτό αφορά στον ίδιο τον πολιτισμό μας. Πιο απλά: με βάση τα «στατιστικά» δεδομένα θα υποκλιθούμε στην λογική των αριθμών ή με το συνεπαγόμενο κόστος θα αντιτάξουμε την λογική του ποιος-ποιον, την λογική της ποιότητας, αφού πάντα η ποιότητα ήταν, είναι και θα είναι το τελικό κριτήριο για την αξία ενός έργου;
Είναι, διερωτώμαι, ένδειξη πολιτισμικής αναβάθμισης ο «εξορθολογισμός» του βιβλίου διά της εξαφανίσεως των μικρών εκδοτικών οίκων και της μετατροπής ακόμα και άξιων συγγραφέων σε μαζικούς παραγωγούς τυποποιημένων έργων; Τι άραγε επιδιώκουμε εν τέλει; Τη φαστφουντοποίηση και του βιβλίου, ενός «πνευματικού εδέσματος» με κατεξοχήν απαιτήσεις γευσιγνωσίας;
Μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τρόπο πνευματικής διατροφής;
Όλοι όσοι επιζητούν την επικράτηση μιας διαφορετικής λογικής στο τι τρώμε, οφείλουν να γνωρίζουν ότι ο συλλογισμός τους είναι ανεπαρκής, αν δεν θέσουν αφετηριακά το ζήτημα και στο τι διαβάζουμε.
Η ανακύκλωση σκουπιδιών είναι, ως απεδείχθη, χρήσιμη στην οικονομικοκοινωνική σφαίρα, παράγοντας νέα προϊόντα. Η ανακύκλωση σκουπιδιών όμως στις ιδέες παράγει μόνον σκουπίδια.

αναδ:pressinaction.gr

Tuesday, March 22, 2011

Ο Δάνης Κουμασίδης πάει φεστιβάλ..


Ο φίλος Δάνης Κουμασίδης από τη Θεσσαλονίκη, πήγε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, είδε ταινίες και μας έστειλε τη δική του ανταπόκριση από τη διοργάνωση...


«Από τις 11 ως τις 20 Μαρτίου έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη ένα ελπιδοφόρο συμβάν: το 13ο Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ – Εικόνες του 21ου αιώνα. Ελπιδοφόρο αφενός εξαιτίας της ποιότητας των ταινιών που παρουσιάστηκαν και αφετέρου εξαιτίας της προσέλευσης και της συμμετοχής του κοινού σε αυτές – ένα κοινό που μόνο «κοινό» δε θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς. 233 ταινίες από 52 χώρες αι αύξηση προσέλευσης που κινήθηκε γύρω στο 20%.
Ο ορισμός των ντοκυμαντερ ως ‘ταινιών τεκμηρίωσης’ αποκτά σήμερα ολοένα και μεγαλύτερη σημασία καθώς η τεκμηρίωση μπορεί πιο εύκολα και εύπεπτα να ολισθήσει στην προπαγάνδα μιας και οι κάθε είδους και μορφής εξουσίας αναζητούν πιο έμμεσους, υπόρρητους τρόπους για να επιβάλλουν τα «μηνύματά» τους. Υπ’ αυτή την έννοια το ντοκυμαντερ σήμερα έχει μια ακόμη δυσκολότερη αποστολή, να υπερβεί δηλαδή τη στείρα προπαγάνδα των παλαιοτέρων εποχών, όψεις της οποίας σήμερα μοιάζουν κωμικές – είδαμε για παράδειγμα τα προπαγανδιστικά βίντεο του Ισραήλ με σκοπό να πείσουν για την κυριότητά του επί τον πορτοκαλιών της Γιάφα ή τις προσπάθειες του Σοβιετικού κράτους να πείσει για την ανάπτυξη της γυναικείας χειραφέτησης στο εσωτερικό του.

Ορισμένες από τις κορυφαίες στιγμές του φεστιβάλ:
Γιάφα, ο μηχανισμός του πορτοκαλιού (Jaffa, the Orange’s clockwork)
του Eyal Sivan
(88 λεπτά, 2009, συμπαραγωγή Ισραήλ, Γαλλίας, Βελγίου, και Γερμανίας)
Τα παγκοσμίως γνωστά και δημοφιλή πορτοκάλια της Γιάφα –προαστίου του Τελ-Αβίβ- ως επίδικο μιας σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων όχι μόνο για την ιδιοκτησία αλλά κυρίως για την ευρύτερη χρήση τους. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μορφή άσκησης πάνω σε ζητήματα κοινωνιο-αγροτικής οικονομίας και στο βάθος βιολογίας. Η ιστορία της καλλιέργειας του πορτοκαλιού αποκαλύπτει μια παρελθοντική σχετικά αρμονικότερη συνύπαρξη των δυο κοινοτήτων αλλά στη συνέχεια έναν άνισο ανταγωνισμό μηχανισμών προπαγάνδας επί της κυριότητας του. Μια διαμάχη οικονομική που εν τέλει αναδεικνύει εξαιρετικά ισχυρές όψεις του συμβολικού. Μια οικονομική πηγή για τους Ισραηλινούς, μια χαμένη ευκαιρία για τους Παλαιστινίους… Πολύ καλή η δουλειά του –παρόντα στο φεστιβάλ- σκηνοθέτη, κυρίως στο επίπεδο άντλησης και διερεύνησης του αρχειακού υλικού. Θα μπορούσε η διάρκειά του να είναι λίγο μικρότερη.
Οργισμένος Δεκέμβρης
Των Άκη Κερσανίδη, Χρύσας Τζελέπη
(63 λεπτά, 2010)
Τα γεγονότα, ή η εξέγερση, του Δεκέμβρη του 2008 προξένησαν παγκόσμιο ενδιαφέρον, δημιούργησαν νέα –προς ώρας αναπάντητα- ερωτήματα και προκάλεσαν την εμφάνιση νέων θεωρητικών επεξεργασιών, όπως αυτή του Mike Davis που ομιλεί περί σύγχρονων ‘τυφλών’ εξεγέρσεων στον Δυτικό κόσμο. Πέραν όμως αυτών, ανέδειξε και νέα πολιτικά υποκείμενα, όχι ακριβώς με τη μορφή που είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Το ντοκυμαντέρ ακολουθεί το χρονικό των γεγονότων των 3 εκείνων εβδομάδων (εντοπισμένα στο χωρικό πεδίο της Θεσσαλονίκης) αλλά και τα συνεπακόλουθα ερωτήματα που κλόνισαν τις βεβαιότητές μας. Σημαντική λεπτομέρεια: πέραν του σκηνοθετικού διδύμου, στην πραγματοποίηση του ντοκυμαντερ συνέβαλαν με παροχή υλικού πλήθος ανθρώπων. Πρόκειται άραγε για μια νέα μορφή δόμησης των ταινιών που ακολουθεί το πνεύμα των νέων μορφών πολιτικής (ή αντί-πολιτικής κατ’ άλλους) έκφρασης;
Η έρημος της απαγορευμένης τέχνης (The dessert of Forbidden Art)
των Amanda Pope – Tchavdar Georgiev
(80 λεπτά, Ρωσία-Ουζμπεκιστάν Ηνωμένες Πολιτείες)
Κατ’ εμέ η συγκλονιστικότερη στιγμή του φεστιβάλ. Που μπορεί να οδηγήσει το πάθος ενός ανθρώπου για τη τέχνη, και δη την απαγορευμένη, λογοκριμένη τέχνη; Στην περισυλλογή 40.00 περίπου έργων τέχνης, και στο σημαντικότερο μουσείο της ρωσικής τέχνης του 20ου αιώνα! Ο Ιγκόρ Σαβίτσκι, κάτω από τη μύτη της ΚGB και ενίοτε με κρατικά χρήματα που εμφανιζόταν να πηγαίνουν σε άλλους σκοπούς, έστησε ένα μουσείο στην πόλη Νούκους του φτωχού Καρακαλπακιστάν, επαρχίας του Ουζμπεκιστάν 2.500 χιλιόμετρα μακριά από τη Μόσχα, συλλέγοντας και σώζοντας τα έργα αντιφρονούντων, ομοφιλοφύλων και παραγκωνισμένων καλλιτεχνών της ΕΣΣΔ – η ιστορία θυμίζει λίγο την αντίστοιχη της συλλογής Κωστάκη. Το ντοκυμαντέρ αφηγείται την ιστορία και τις ακαταπόνητες προσπάθειες του σε πρώτο πρόσωπο με τη φωνή του Μπεν Κίνγκσλι και παραθέτοντας τις μαρτυρίες των παιδιών ορισμένων καλλιτεχνών τα έργα των οποίων σώθηκαν. Ο Ιγκόρ Σαβίτσκι πέθανε έχοντας δώσει ότι είχε και δεν είχε προς ενίσχυση της συλλογής και με κατεστραμμένους πνεύμονες εξαιτίας της φορμόλης που χρησιμοποιούσε για τη συντήρηση των έργων καθώς ήταν η πιο οικονομική λύση. Σήμερα, το πάμφτωχο μουσείο και η διευθύντριά του αρνούνται να πουλήσουν οποιοδήποτε έργο παρότι δεν έχουν τα οικονομικά μέσα ούτε για να εκθέσουν το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής. Άκρατος ιδεαλισμός σε εποχή οικονομικής βαρβαρότητας; Η τέχνη έχει πάντα απαντήσεις…
Το όνομά της είναι Σαμπίν (Elle s’ appelle Sabine – Sandrine Bonnaire)
(85 λεπτά, Γαλλία, 2007)
Απαιτείται ιδιαίτερη τόλμη κα δύναμη για να καταγράφεις και να συνδράμεις την αυτιστική αδερφή σου, πόσο μάλλον εάν είσαι γνωστή ηθοποιός… H Σαντρίν Μποναίρ το έκανε για πάρα πολλά χρόνια. Το αποτέλεσμα; Μια χαρακτηρογραφία μιας δύσκολης μα προικισμένης προσωπικότητας αλλά και η κατάδειξη της αποτυχίας των θεραπευτικών – επί της ουσίας «σωφρονιστικών»- θεσμών.

Ε.Χ. Γονατάς (Μιχάλης Λυκούδης)
(41 λεπτά, Ελλάδα, 2010)
Η ομάδα openlit.gr από το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο μας προσέφερε αυτό το εξαιρετικό μίνι πορτραίτο που σκοπό είχε τον εκπαιδευτικό πειραματισμό σχετικά με τη διδακτική της λογοτεχνίας, εν τούτοις «στέκεται» άνετα στα μάτια οποιουδήποτε θεατή. O Eπαμεινώνδας Γονατάς (1924-2006) υπήρξε σημαντική μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Συνοδοιπόρος μεγάλων μορφών της ελληνικής ποίησης (Εγγονόπουλος, Σαχτούρης, Καχτίστης) και περισσότερο απ’ όλους φίλος με τον Παπαδίτσα με τον οποίο εξέδωσαν το βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό Πρώτη Ύλη. Το θεωρητικό ζήτημα που ανακύπτει με το έργο του Γονατά είναι κυρίως η δυσκολία ταξινόμησης του σε κάποιο ρεύμα. Στο ντοκυμαντέρ, επί παραδείγματι, ο σημαντικός κριτικός και ποιητής Γιάννης Δάλλας τον κατατάσσει πολύ κοντά σε κάτι αντίστοιχο της εξπρεσσιονιστικής φόρμας ενώ η ίδια συζήτηση έλαβε χώρα και σχετικά με τις υπερρεαλιστικές του επιρροές. Σημαντικό είναι και το μεταφραστικό έργο του συγγραφέα (Πόρτσια, Γκολ, Λίχτενμπεργκ και Φλομπέρ – τον οποίο θεωρεί και μεγάλο του «δάσκαλο») Στην ταινία εμφανίζεται και ο ίδιος ο Γονατάς, σε αποσπάσματα από την εκπομπή της ετ1 Παρασκήνιο. Μακάρι από τα ελληνικά πανεπιστήμια να προκύπτουν κι άλλες τέτοιες ερευνητικές εργασίες και ασφαλώς να τους παρέχονται περισσότερα μέσα. Μια φράση από την ταινία: «Η λογοτεχνία είναι συνενοχή και αλληλεγγύη».
Το ντοκυμαντέρ δεν είναι μόνο παροχή πληροφορίας, δηλαδή ένα είδος εκπαιδευτικής τηλεόρασης προοριζόμενο για την μικρή οθόνη ή για το ιντερνετ. Απαιτείται αδιαμφισβήτητα να διέπεται από κανόνες αισθητικής… Είναι αξιέπαινο το γεγονός πως το φεστιβάλ ντοκυμαντερ έχει κατορθώσει να καθιερωθεί στη συνείδηση του κοινού και να έχει ένα ‘καλό’ όνομα στο εξωτερικό. Μένουν τα ουσιαστικότερα βήματα της αποδοχής του από την κοινωνία στο επίπεδο των fiction films.»

Δάνης Κουμασίδης
αναδ:cinepivates.blogspot.com

Monday, March 7, 2011

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Παρασκευή, 11 Μαρτίου · 7:30 μ.μ. - 9:30 μ.μ.
Τοποθεσία: Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Εθνικής Αμύνης 27 & Αλεξ. Σβώλου

Το βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά "Το τσίρκο των ψύλλων", των εκδόσεων Μεταίχμιο, θα παρουσιαστεί στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη,
Εθνικής Αμύνης 27, την Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011, και ώρα 19:30.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Ηλίας Κουτσούκος, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας
Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Λέκτορας Ελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστήμιου Δυτικής Μακεδονίας
Ελισάβετ Γρηγοριάδου, Φιλόλογος, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημιουργικής Γραφής

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Eργαστήρι Βιβλίου του ΕΚΕΒΙ: Συνάντηση γνωριμίας (2/3/2011)


Η δραστηριότητα που θα αναπτύξει το Εργαστήρι Βιβλίου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε σήμερα σε ανοιχτή συνάντηση των διδασκόντων με τους συμμετέχοντες στα σχετικά σεμινάρια. Η διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ Κατρίν Βελισσάρη και ο λογοτέχνης και από τους πρώτους διδάσκοντες του Εργαστηρίου Στρατής Πασχάλης ανέπτυξαν τις γενικές αρχές και τους στόχους των σεμιναρίων, που για πρώτη φορά διοργανώνονται φέτος και στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με την ΕΣΗΕΜ-Θ και το Μορφωτικό Ίδρυμά της.
Οι διδάσκουσες, Σοφία Νικολαΐδου (σεμινάριο μυθιστορήματος) και Άσπα Χασιώτη (σεμινάριο διόρθωσης κειμένων) συζήτησαν με τους συμμετέχοντες ζητήματα που αφορούν στο περιεχόμενο και τον τρόπο διεξαγωγής των σεμιναρίων.
Τα σεμινάρια του εαρινού κύκλου (από τις 14 Μαρτίου έως τις 20 Μαΐου 2011) θα γίνουν με το εξής πρόγραμμα: Συγγραφή μυθιστορήματος, κάθε Πέμπτη, 17.00-20.00. Διόρθωση κειμένων, κάθε Τρίτη, 17.00-20.00. Τα σεμινάρια θα πραγματοποιούνται στην αίθουσα του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ (Μορκεντάου 1 και Λεωφόρος Νίκης, 1ος όροφος).
Στα μέλη της ΕΣΗΕΜ-Θ που θέλουν να εγγραφούν στα σεμινάρια παρέχεται από το ΕΚΕΒΙ έκπτωση 20% στα δίδακτρα.
Η περίοδος υποβολής αιτήσεων για συμμετοχή παρατείνεται ως την Καθαρή Δευτέρα 7 Μαρτίου.
Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες από το ΕΚΕΒΙ: Μαρία Θεοδωρίδου, τηλ.: 210-9200300, 210-9200336, seminaria@ekebi.gr

(Πηγή:www.esiemth.gr)

Saturday, March 5, 2011

"Η κρίση θα μας κάνει καλύτερους αναγνώστες?"(της Εύης Καρκίτη)



*«Ερχεται χρωματιστός χαρτοπολτός λήθης και ηλιθιότητας»
Λένα Διβάνη, συγγραφέας

«Ημουν κι εγώ ανάμεσα σ’ αυτούς που ήλπιζαν πως μέσα στην ανασφάλεια της γενικευμένης κρίσης οι Ελληνες αναγνώστες θα στραφούν σε μια σειρά βιβλίων που θα μπορούσαν να τους διευκολύνουν να κατανοήσουν (πολιτική, οικονομία, φιλοσοφία και φυσικά καλή λογοτεχνία). Και προφανώς μια ομάδα στράφηκε εκεί. Αλλά είναι η μικρότερη. Η μεγαλύτερη διάλεξε, όπως πάντα, τον εύκολο δρόμο: να λησμονήσει, να ξεχαστεί με ένα «Αρλεκιν» (όπως ξεχνάει με το «Μάστερ σεφ» ότι δεν έχει να φάει). Είναι η πρόχειρη λύση - πάντα ήταν. Είναι, επίσης, μια κάποια λύση και για τα βιβλιοπωλεία που αγωνιούν επίσης επιχειρηματικά. Φοβάμαι, όμως, πως θα συντομεύσει ακόμη περισσότερο ο χρόνος παραμονής στις προθήκες και τους πάγκους των βιβλιοπωλείων για τα κανονικά βιβλία. Και θα γεμίσουμε από χρωματιστό, χαρτοπολτό λήθης και ηλιθιότητας...».

*«Οι αναγνώστες δε θα μετακινηθούν στο ποιητικό»
Ρούλα Μπούμπα, υπεύθυνη κεντρικού βιβλιοπωλείου

«Δεν πιστεύω ότι η οικονομική κρίση θα επηρεάσει τις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού. Οσοι διάβαζαν καλά βιβλία θα εξακολουθήσουν να τα επιλέγουν, ενώ οι οπαδοί του ελαφρού βιβλίου δε θα κάνουν αναγνωστική στροφή. Αναμφίβολα, όμως, η κρίση θα επηρεάσει βαθιά το βιβλίο σε αριθμούς. Θα πουληθεί λιγότερη λογοτεχνία ή δοκίμιο. Το μόνο που βλέπω να μένει ανεπηρέαστο, τουλάχιστον προς το παρόν, είναι το σχολικό βοήθημα, το οποίο πάντα αγόραζαν οι μαθητές. Από την άλλη, όμως, αξίζει να σημειωθεί πως παρατηρείται «κινητικότητα» σε τίτλους που αφορούν την ίδια τη κρίση. Ενα κομμάτι του κοινού αναζητά στις εκδόσεις αυτές απαντήσεις και ερμηνείες για τις εξελίξεις που επηρεάζουν τις ζωές όλων. Στην ποιοτική διαμόρφωση, όμως, του εκδοτικού τοπίου κρίσιμο ρόλο θα παίξουν και οι επιλογές των εκδοτών. Υπάρχει πάντα ο φόβος να στραφούν εναντίον της ποιότητας, θεωρώντας πως με «εύπεπτα» βιβλία θα έχουν εμπορικά καλύτερη τύχη, αλλά ακόμη και τα «ελαφρά» βιβλία που είναι γραμμένα με τηλεοπτική λογική θα πουλήσουν λιγότερο. Οι αλλαγές έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται».

*"Ελπίζω τα δεδομένα να οδηγήσουν πάλι στην αμφισβήτηση"
Λένα Παπαθανασίου,βιβλιοθηκονόμος

‎"Η απουσία πολιτικής βιβλίου, βιβλιοθηκών αλλά & συστηματικής καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας στη χώρα μας οδήγησε στην αντιμετώπιση του βιβλίου ως μέσου επιβολής γνώσης του εκπαιδευτικού σύστηματος ,ή ζήτημα που αφορούσε μειοψηφίες.
Ως επαγγελματίας του χώρου, καταγράφω στην εγχώρια πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια μια πληθωριστική παραγωγή βιβλίων ελληνικών με κατεύθυνση «αγοράς».Με πολλή προσοχή θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε και τον όρο «λογοτεχνία».Δυστυχώς τα «ευπώλητα» είναι η κυρίαρχη τάση ανάγνωσης.
Αντιθέτως, την εποχή της δικτατορίας και αργότερα της μεταπολίτευσης ,η λογοτεχνία συλλάβιζε την ουτοπία, ακουμπούσε οργή στα γκάζια της τέχνης .Ηθελε τις «..λέξεις να καρφώνονται σαν πρόκες»*,γεμάτες θυμό. Κι αργότερα, όταν τα κινήματα και τα πρόσωπα έκαιγαν σε συνθήκες βραδείας καύσεως την προσδοκία, με επιμονή ψέλλιζε την τρυφερή διαθήκη:
"..θα τον αλλάξουμε τον κόσμο,παρ΄όλ΄αυτά,Μαρία".**
Στην κοινωνία που αποθεώνει την εικόνα, την ανεξέλεγκτη πληροφορία, τη μαλθακότητα είναι κοινό μυστικό πως η άρθρωση λόγου διαμετρικά αντίθετου προς το «πολιτικώς ορθό» γίνεται μία εύπεπτη «γαργάρα».
Θέλω να πιστεύω αυθαίρετα πως τα σκληρά δεδομένα της εποχής, θα οδηγήσουν πάλι στην αμφισβήτηση. Δεν είναι θέμα τοπογραφίας .Η ανθρωπογεωγραφία είναι αυτή που δημοκρατικά καταρρίπτει πάσης φύσεως δεδομένα. Η εμπειρία μου στη λέσχη ανάγνωσης αυτό καταδεικνύει.«Υποψιασμένοι» άνθρωποι που ενημερώνονται διαβάζοντας, είναι πολίτες με δημιουργικά συναισθήματα κι υπερασπίζουν απόψεις, ενίοτε με έντονη αντιπαράθεση ,συγκρούσεις,ένταση. Αυτή η διεργασία είναι βαθιά πολιτική κι ελπιδοφόρα.
Το βιβλίο είναι μόνο η αφορμή.
Η κατά τον χαρακτηρισμό του Brecht, "ένα όπλο"."

"ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ,27/2/2011)

Sunday, February 27, 2011

Ο Maurice Attia στη Θεσσαλονικη


Τρίτη, 1 Μαρτίου · 7:30 μ.μ. - 10:30 μ.μ.
Τοποθεσία
Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Εθνικής Αμύνης 27 @Αλεξ. Σβώλου
Καλεσμένος από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού, Παιδείας και Τουρισμού , το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης και το Public, επισκέπτεται για πρώτη φορά την Θεσσαλονίκη, ο διεθνούς φήμης Αλγερινός συγγραφέας Maurice Attia (Μωρίς Αττιά). Ο συγγραφέας της τριλογίας "Παρίσι μπλουζ", "Η κόκκινη Μασσαλία" και το "Μαύρο Αλγέρι" θα συνομιλήσει με τοκοινό και τους αναγνώστες.
Για το έργο του συγγραφέα θα μιλήσει ο Πέτρος Μαρτινίδης, Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. και συγγραφέας , ο οποίος θα συντονίσει και την συζήτηση.
Χαιρετισμό θα απευθύνουν ο Σπύρος Πέγκας, Αντιδήμαρχος Πολιτισμού, Παιδείς και Τουρισμού και ο Ζυλιέν Κιαπώνε Λουκέζι, Διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου.
Η εκδηλωση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 1 Μαρτίου 2011 και ώρα 19:30, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης, Εθνικής Αμύνης 27.
Είσοδος ελεύθερη.

Sunday, February 20, 2011

"Διακοπές χωρίς πτώμα" Έρση Σωτηροπούλου, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ


Αγαπητοί φίλοι της λέσχης θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι το βιβλίο στην Θεσσαλονίκη είναι διαθέσιμο από τα κεντρικά βιβλιοπωλεία Ιανός και Μαλλιάρης όπως μας ενημέρωσαν αναγνώστες μας. Φυσικά μπορείτε να το αναζητήσετε και από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία στο διαδίκτυο.

Tuesday, February 15, 2011

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2010



Στη Βασιλική Ηλιοπούλου για το έργο της με τίτλο «Σμιθ» απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2010. Μεγάλο βραβείο Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στην Κική Δημουλά για το σύνολο του έργου της.

Από την επόμενη χρονιά ο τρόπος απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας θα αλλάξει, σύμφωνα με νομοθεσία που προώθησε το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Τα βραβεία έχουν ως εξής:

* Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας: Στην Κική Δημουλά για το σύνολο του έργου της
* Βραβείο Περιοδικού: Εξ ημισείας στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Διαβάζω» για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας.
* Βραβείο Ποίησης: Στον Παντελή Μπουκάλα για το έργο του με τίτλο «Ρήματα», εκδόσεις Άγρα.
* Βραβείο Διηγήματος: Στον Παναγιώτη Κουσαθανά για το έργο του με τίτλο «Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό», εκδόσεις Ίνδικτος.
* Βραβείο Μυθιστορήματος: Στη Βασιλική Ηλιοπούλου για το έργο της με τίτλο «Σμιθ», εκδόσεις Πόλις.
* Βραβείου Δοκιμίου - Κριτικής: Στον Άγγελο Χανιώτη για το έργο του με τίτλο «Θεατρικότητα και δημόσιος βίος στον ελληνιστικό κόσμο», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
* Βραβείο Χρονικού - Μαρτυρίας: Στο Γιώργο Βέη για το έργο του με τίτλο «Από το Τόκιο στο Χαρτούμ: Μαρτυρίες, συνδηλώσεις», εκδόσεις Κέδρος.

Από του χρόνου αλλάζει ο τρόπος απονομής των βραβείων: για πρώτη φορά καθορίζεται χρόνος έναρξης των εργασιών των κριτικών επιτροπών (Μάιος), χρόνος ανακοίνωσης βραχειών λιστών (Οκτώβριος) και χρόνος ανακοίνωσης (Νοέμβριος) και απονομής (Δεκέμβριος).

Ακόμα θεσπίστηκαν και πέντε νέα λογοτεχνικά βραβεία: Πρωτοεµφανιζόµενου Συγγραφέα (έως 35 ετών), Εφηβικού/Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου, Εικονογραφηµένου Παιδικού Βιβλίου, Μετάφρασης έργου της αρχαίας ελληνικής γραµµατείας στα νέα ελληνικά, Ειδικό Θεµατικό Βραβείο για βιβλίο που προάγει τον διάλογο για ευαίσθητο κοινωνικό ζήτηµα.

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ