Tuesday, July 10, 2007

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΥΚΕΣΑΣ - ΜΠΛΑΝΚΟ

Ένας δολοφόνος συγγραφέων προκαλεί προβληματισμό σε πολίτες και αρχές και ταράζει τους λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας. Μεθοδικότατος, οργανώνει τα εγκλήματά του με πλήρη συνείδηση και σιγουριά για το δίκιο της πράξης του. Στρέφεται συνειδητά εναντίον των συγγραφέων, καθώς τους θεωρεί υπερασπιστές και υποστηρικτές του συστήματος. Αυτό στο οποίο στοχεύει είναι να εξαφανίσει όλους αυτούς που με τα βιβλία τους το συντηρούν και το τροφοδοτούν. Να το αφήσει ανυπεράσπιστο, χωρίς τους «πνευματικούς» φύλακες-άγγελούς του. Όχι ότι ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο:

“Θα θεωρούσατε ότι ένας «σαλταρισμένος» σαν και του λόγου μου θα έπρεπε να βάλει στο μάτι τραπεζίτες, διευθυντές οργανισμών, μεγαλοδημοσιογράφους και άλλες σχετικές πατσαβούρες. Λάθος. Εγώ δεν ήθελα ν` αλλάξω το σύστημα. Μια χαρά περνάω κι εγώ γευόμενος τα αγαθά του. Εγώ ήθελα να αφήσω το σύστημα ανυπεράσπιστο. Μόνον αυτό. Να δούμε πώς θα λειτουργήσει χωρίς αντισώματα. Να μη γράφονται πια άλλες μπούρδες. Οι λέξεις που θα ξεστομίζονται «να καρφώνονται σαν πρόκες»”.

Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν είναι και το πιο εύπεπτο βιβλίο στον κόσμο, αν και μικρό σε αριθμό σελίδων. Με την έννοια ότι είναι τόσο συμπυκνωμένο που δεν μπορείς να αφαιρεθείς χωρίς να χρειαστεί να ξαναδιαβάσεις μια παράγραφο που έχασες. Πολλές φορές χρειάστηκε να προσπαθήσω να αποκωδικοποιήσω σημεία του βιβλίου, να μπω στο πνεύμα της ειρωνείας του, όπου αυτή υπήρχε και να την καταλάβω, να γίνω πιο «υποψιασμένη». Με λίγα λόγια, το βιβλίο κινητοποιεί διεργασίες του μυαλού που συνήθως βρίσκονται σε αδράνεια.
Εμμέσως πλην σαφώς, κάνει λόγο για την ευθύνη των αποκαλούμενων «πνευματικών» ανθρώπων και την ασυνέπεια που χαρακτηρίζει τα λόγια και τις πράξεις τους.
Αναποδογυρίζει τα πράγματα, φανερώνει τον εφησυχασμό στον οποίο οδηγούν στην πραγματικότητα τα βιβλία μιας δήθεν ανησυχίας και οι διανοούμενοι συγγραφείς τους, των οποίων η «εξωβιβλιακή» ζωή βρίσκεται, τελικά, σε απόλυτη αρμονία με ό,τι προτάσσει το σύστημα.

“Τι βλακεία να ψάχνεις την ησυχία σε μια γωνιά με ένα βιβλίο…Διότι ένας άνθρωπος σε μια γωνιά με ένα βιβλίο στο χέρι, που θέλει την ησυχία του και μόνο, δεν είναι καν χριστιανός, ούτε Άγιος. Είναι βασιλιάς. Είναι υπουργός. Είναι συγγραφέας που πιστεύει ότι έπειτα από αυτόν δεν υπάρχει τίποτα. Ένα εγωπαθές κτήνος.
Εγώ βρήκα την ανησυχία…
Και αν έχεις αγαπήσει την ανησυχία που σου χαρίζουν τα βιβλία μαζί με την ελπίδα ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, πρέπει να πας να αγοράζεις βιβλία που γράφουν τέτοιες βλακείες. Τέτοια σκουπίδια. Έχω γεμίσει τη γωνιά μου σκουπίδια. Πρέπει να τελειώνω με τα σκουπίδια.”

*********************

“Ο αγαπημένος μου συγγραφέας –δεν το χωρούσε ο νους μου- ήταν, σε αντίθεση με τα γραφτά του, ένας μικροαστός. Ένα καθωσπρέπει σκουλήκι, βολεμένο στη λάσπη του…Μόνο οι ήρωές του είχαν αγωνίες – αλλά ο ίδιος δεν διάβαζε τα βιβλία του.
Μετά ήρθε η φωτογραφία…
Όντως μια φωτογραφία λέει χίλιες λέξεις. Κι αν είχε φωτογραφηθεί νωρίτερα, θα είχα βγει από τον κόπο να διαβάσω χιλιάδες «δικές του»…
Ιδού λοιπόν το ίνδαλμά μου. Με παντουφλίτσα μπορντό βελούδινη, στολισμένη με ένα χρυσό σιρίτι γεμάτο αστεράκια. Με ένα εμπριμέ κάλυμμα πάνω στους καναπέδες. Ικανοποιητικό ντεκόρ για λιμενεργάτη του Σαουθάμπτον. Ό,τι πρέπει για διαφήμιση απορρυπαντικού. Αυτό ήταν το ίνδαλμά μου; Ένας κακόγουστος τύπος που υπεράσπιζε μετά μανίας την τάξη και το σύστημα, ό,τι τον βόλευε ή ό,τι δεν τον ξεβόλευε κυρίως. Όλο το μικροαστικό εμετό.”…

*********************

“Το σκέφτηκα αρκετά. Προσπαθούσα να «παίξω» διάφορες εκδοχές. Τι θα συνέβαινε όταν θα έπρεπε να πυροβολήσω; Κατέληξα ότι δεν είχε κανένα νόημα…
…Τα υπόλοιπα τα «έτρεξα» γρηγορότερα επειδή κάθε μέρα που περνούσε, ξυπνούσαν μέσα μου περισσότερες αμφιβολίες. Θα καταλάγιαζε ο θυμός. Θα ξημέρωνα μια μέρα που θα είχα συγχωρήσει την προπέτειά του. Θα γινόμουν και εγώ σαν κι αυτόν. Έτοιμος να συζητήσω τα πάντα σε ένα κλίμα εγκάρδιας μεγαθυμίας. Τι ωραία. Και μετά, αυτός θα γυρνούσε στα μεγαλεία του κι εγώ στη μιζέρια μου. Θα ξαναγινόμασταν οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Αυτός γράφει. Εγώ πληρώνω για να διαβάζω. Κίβδηλο νόμισμα. Όπως και να το ρίξεις, πάντα πέφτει κεφάλι από πάνω. Όχι. Όχι. Η κάτω πλευρά είχε αποφασίσει να διεκδικήσει την ύπαρξή της…”
Ο Απόστολος Λυκεσάς παραβρέθηκε στις 7/6/2007 στην αίθουσα της Δημοτικής Κίνησης για την παρουσίαση του βιβλίου του «ΜΠΛΑΝΚΟ» από τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου.
Εκεί ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο και όχι αστυνομικό, όπως έχει χαρακτηριστεί από πολλούς. Στη συζήτηση που ακολούθησε μίλησε, μεταξύ άλλων, για την οργή του απέναντι στην υποκρισία που έχει κατακλύσει τα πάντα γύρω μας και για τη βία που ασκείται καθημερινά και με άπειρες μορφές. Έκανε μάλιστα και τον διαχωρισμό ανάμεσα στην ατομική βία, η οποία στις κοινωνίες μας είναι μη αποδεκτή και κατακριτέα, και τη «συλλογική» βία που ασκεί το ίδιο το σύστημα και που γίνεται καθολικά αποδεκτή. Είπε πως υπάρχει ένα «δίκιο» που νομιμοποιεί αυτή τη βία το οποίο σαφώς και είναι μια υποκρισία.
«Ομολόγησε» πως οι φόνοι του βιβλίου είναι ουσιαστικά πράξεις εσωτερικής λύτρωσης του ίδιου του Λυκεσά και πως τους σταμάτησε μεν ως συγγραφέας στο βιβλίο του, αλλά όχι και ως άνθρωπος μέσα στο μυαλό του. Ετοιμάζεται μάλιστα να διαπράξει κι άλλους σε επόμενο βιβλίο.
Στην ερώτηση αν είχε συγκεκριμένους συγγραφείς στο μυαλό του όταν έγραφε, αν δηλαδή οι ήρωες-θύματά του αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα, απάντησε ένα πλήρες «ΝΑΙ».
Τέλος, εξήγησε ότι η επιλογή συγγραφέων ως των θυμάτων του βιβλίου ήταν απόλυτα συνειδητή, καθώς οι συγγραφείς, μπορεί μεν να επηρεάζουν ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων σε σχέση πχ. με τα ΜΜΕ, όμως αυτό ακριβώς το ποσοστό, η μερίδα του κόσμου που διαβάζει, είναι και το πιο κρίσιμο.

Από τα πιο ουσιαστικά βιβλία που έχω διαβάσει.
Και τώρα αναρωτιέμαι: μήπως θα πρέπει ν` αρχίσω ν` ανησυχώ που εγώ μ` αυτό το βιβλίο ανησύχησα;…



ΥΓ: Το βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά ΜΠΛΑΝΚΟ, κυκλοφορεί απ` τις εκδόσεις «βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ»
Φένια

[ Το post δημοσιεύεται αυτούσιο και στο blog Ανήσυχες Μέρες.]

1 comment:

γεώργιος-axenbax said...

Χαίρομαι που σας ανακάλυψα...