Showing posts with label ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Show all posts
Showing posts with label ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Show all posts

Wednesday, May 15, 2013

Το λουλούδι και το αγέρι



«Ω, ανθρώπινη αγάπη! Μας δίνεις στη Γη αυτό που περιμένουμε στον Ουρανό.»
Edgar Allan Poe  1809-1849


Η λίμνη και το φεγγάρι

 Στον κάμπο
     Η νύχτα αποτραβιόταν νωχελικά πάνω από του κάμπου τις μορφές. Ανάμεσα απ’ τις χαραγματιές του σκοταδιού η σιλουέτα μια λίμνης διαγραφόταν αχνά. Καθάριος καθρέπτης τα νερά της, πρόσωπο υδάτινο που πάνω του ζωγραφιζόταν όλα του ουρανού τα μυστικά. Λίμνη - γυναίκα προαιώνια, αποβραδίς ψιθύριζε τραγούδια ερωτικά. Έσταζαν πίκρα οι φρύνοι αντάμα με τα βατράχια, κι έκλαιγαν με τις βραχνές φωνές τους, αφού για άλλονε ήταν τα τραγούδια. Στους ήχους της καρδιάς, τι απαλά που χτένιζε τις μπούκλες των μαλλιών της, μέχρι το ξημέρωμα θα φέγγιζαν εξαίσια στο αποχαιρέτισμα του φεγγαριού. Αχ πόσο ερωτευμένο ήταν μαζί της το χλωμό φεγγάρι, μα και αυτή κάθε βράδυ καρτέραγε ευλαβικά στον ξάστερο θόλο να δει τον ερχομό του. Τι ευτυχία ένοιωθε σαν δεν υπήρχαν σύννεφα να της το κρύψουν, καθώς εκείνο ανέβαινε στον ορίζοντα και της ασήμωνε με το φέγγος του τα υπέροχα μπουκλάκια. Τώρα στο θολό πρωινό την αποχαιρέταγε με μια υπόσχεση παντοτινή, ενώ οι πορφυροί ερωδιοί, όρθιοι μέσ’ τα ρηχά νερά της περίμεναν με λαχτάρα το πρώτο φως της μέρας. Λίγο μακρύτερα στις λασπωμένες όχθες, οι αργυροπελεκάνοι φρόντιζαν τα νεογέννητα μωρά τους, μέσα σε φωλιές με τέχνη καμωμένες από λιγνές αγριοκαλαμιές και περισσή αγάπη.

    

******

το λουλούδι και τ’ αγέρι

    Το  λουλούδι με την πρώτη ανάσα της αυγής ξεμύτισε δειλά. Γεννήθηκε στον κάμπο με τις πρώιμες ευωδιές της άνοιξης και άνθισε μέσα στις θαλπερές της μέρες. Έλαχε η φύτρα του να πέσει παράμερα και να βρεθεί μονάχο, σε ενός βράχου την τραχιά σχισμή. Σκληρή η ζωή του, δίχως χώμα εύφορο να το αναστήσει σαν τα άλλα τα λουλούδια.
    Μεσ’ στην αχλή του πρωινού, αφουγκραζόταν με όλες τις αισθήσεις. Μυστηριώδεις ήχοι κι εικόνες πρωτόφαντες ριγούσανε την ύπαρξη του. Ένα ελάχιστο κομμάτι του κόσμου κι αυτό το λουλουδάκι που
ζήταγε να μάθει όλα του τα ακατανόητα, μα δεν του ‘ταν μπορετό. Σαν σήκωνε το βλέμμα του, παρηγοριά έβρισκε ψηλά πάνω από τον μαβί ορίζοντα. Στην σιγαλιά του ουρανού και στο απαλό του μπλε θαύμαζε τις λαμπερές κουκίδες, τα μυριάδες αστέρια που ήταν καμωμένα από αστρόσκονη και γάλα μητρικό.  Τα λογάριαζε παρέα του κι ας αχνόφεγγαν από κόσμους μακρινούς. Φίλοι εφήμεροι, πριν να χαθούν ολότελα μέσα στην λάμψη του ήλιου.
 Ξάφνου μια ανάσα αγεριού στριφογύρισε γύρω από το λουλούδι. Με έναν ανάλαφρο χορό έγνεφε απαλά τα μικροσκοπικά του πέταλα και του τραγούδαγε έναν σκοπό μελωδικό, θαρρείς ερωτευμένη από το κάλος του.  Νεοφερμένη ήτανε στον κάμπο, σε αυτόν τον τόπο που έσφυζε από τα μυστήρια και τα ανείπωτα θαύματα του πλάστη.
     Πριν μέρες ένα μεγάλο σύννεφο που ταξίδευε βαρύ και ράθυμο στις χώρες του νότου είχε σπρώξει την αγέρινη ανάσα προς τον Βορρά, σε νέες πατρίδες. Εκείνη άρπαξε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε τόπους μακρινούς και ξεχύθηκε βοερά με την δύναμη της νιότης της. Πρώτα αναμετρήθηκε στ’ Αλγέρι με της ερήμου το καυτό ανάγλυφο. Έπειτα όπως ο νιόβγαλτος ναυτικός πάλεψε με τα κύματα και γεύτηκε την τραχιά αλμύρα στης Σύρτης τους αφρούς. Μέσα στην έξαψη της αντάρας φουρτούνιασε τα γαλανά νερά της Μεσογείου και αγρίμι σκέτο έτρεχε μανιάζοντας απάνου στα σκληρά τοπία, στις καμινάδες και στα στενοσόκακα της Μάλτας.   
      Σαν ξανοίχτηκε απ’ το νησί έμπλεξε στο διάβα της με ανέμους άγριους, φερμένους από τα βάθη του Ατλαντικού. Κείνοι της χάρισαν μόνο θυμό και την δύναμη του σαρκοβόρου. Έπειτα, ίδιο θεριό και τούτη, με χαλασμό μπήκε στην χώρα των Ρωμαίων και από εκεί στα απέραντα λιβάδια της Ευρώπης. Σάρωσε απ’ άκρη σε άκρη τις ομορφιές της και έμαθε να ξεζουμίζει την ζωή, να στήνει ξέφρενα γλέντια στις γης τα καπηλειά.
   Κάποτε μέσ’ στην ζάλη του ποτού η μοίρα της άλλαξε την ρότα. Αρχές της άνοιξης αντίκρισε τα σμαραγδένια νησιά του Ιονίου, μα τώρα δίχως την σκληρή μορφή της. Ήσυχη σαν το ρυάκι του καλοκαιριού θαμπώθηκε από την εύθραυστη ομορφιά τους. Παιχνίδισε στα τουρκουάζ νερά της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου και άκουσε τα θροίσματα των δέντρων της Ιθάκης που τραγουδούν αιώνες τώρα την ιστορία του βασανισμένου Οδυσσέα τους, για την αγάπη στον τόπο και στην Πηνελόπη του. Μαγεμένη από την ομορφιά αυτής της χώρας σκαρφάλωσε στης Πίνδου τις απάτητες πλαγιές με τα παρθένα δάση. Από εκεί αγνάντεψε τις μυριάδες βουνοκορφές που ορθώνονταν στην μικρή χούφτα ευλογημένης γης που λέγεται Ελλάδα. Με μια δρασκελιά βρέθηκε μέχρι τον Όλυμπο, το ιερό βουνό των Θεών τ’ αρχαίου κόσμου. Θυμάρι και αλμύρα, στα πόδια της τα γαλανά νησιά του Αιγαίου, αμέτρητα μέχρι εκεί που χάνεται το βλέμμα.  Όλα τους στολίζονταν από μικρά ξωκλήσια και χαμηλά φτωχόσπιτα με τις ασβεστωμένες τους αυλές να λάμπουν πάστρα και φιλότιμο, αγιόκλημα και γιασεμί. Αυτός ο τόπος την εξάγνισε απ΄ την σκληράδα της ζωής, πάλι έγινε μια απαλή ανάσα που τώρα περιδιάβαινε  τους κάμπους της Ελλάδας. Τότε ήταν που έλαχε να ανταμώσει με τούτο το μοναχικό λουλούδι. Σαν το αντίκρισε στου βράχου την σχισμή μαγεύτηκε από την σπάνια ομορφιά του και ζήτησε από την αυγή να γίνει ένα μαζί του, να χαθεί μέσ’ τα καρδιόσχημα άνθη του λευκού μενεξέ. Η ανάσα του αγεριού ζήταγε να αγαπήσει και να αγαπηθεί, ίσως δεν έμενε πολύς καιρός πριν κάποιο άλλο σύννεφο να την σπρώξει πέρα μακριά στο άγνωστο….. 



Στην πόλη



ΑΝΘ
+
Θ
Ε
Α
Γ
Ε
Ν
Ε
Ι
Ο

   Η κατακόρυφη πινακίδα λαμποκοπούσε κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Το γκριζωπό τσιμεντένιο θεριό που την κράταγε στα χέρια του, ασυγκίνητο από την ομορφιά του κόσμου ορθώνονταν ψηλά, ψηλότερα από όλες τις ταράτσες, πάνω από την σκουριασμένη θάλασσα των κεραιών.   
     Πέμπτη, όπως κάθε μέρα ο κόσμος πολύς, σμάρι από ανήσυχες μέλισσες. Σε όλο το ισόγειο το αδιαχώρητο, τα ίδια και στον πρώτο όροφο. Βαριά η μυρωδιά, ένα αποπνικτικό κοκτέιλ χλωρίνης, ιδρώτα και υγρού χνώτου είχε καταλάβει τους χώρους. Τα εξωτερικά ιατρεία δέχονταν νέους ασθενείς, επανεξετάσεις, παραπεμπτικά, αποτελέσματα, αιμοληψίες, εισαγωγές. Αγωνία, σύγχυση, αναμονή που σπάει νεύρα, παντού συνωστισμός, δυσκολευόσουν να κινηθείς ακόμα και στην καφετέρια. Στον μικρό κήπο, στην μόνη ανάσα του νοσοκομείου, τα λιγοστά παγκάκια ήταν γεμάτα. Κάποιοι για να χαρούν τον ήλιο είχαν επιστρατέψει καρέκλες, κασόνια, μαντήλια, εφημερίδες, ότι ήταν πρόσφορο για κάθισμα.
    Μέρα πραγματικά ανοιξιάτικη, χαρά θεού. Η πόλη είχε ζωθεί από όλες τις μεριές της από  καταπράσινους αγρούς.  Άφριζαν στο αεράκι τα κίτρινα κύματα των ανθισμένων αγριολούλουδων. Η γης γεννούσε και γεννιόταν, η Δήμητρα αγκάλιαζε για άλλη μια φορά την αγαπημένη Περσεφόνη της που επέστρεφε από το βασίλειο του Άδη.
    Ευλογημένη εποχή, τα κρύα χάθηκαν, μα είχαν αφήσει παντού τα σημάδια τους. Τον παγερό χειμώνα που τώρα ταξίδευε κατά τον νότο της υδρογείου οι τραχιές του μέρες είχαν σύρει ξοπίσω τους ανυπόφορες νυχτιές. Δεν έφτανε που θέριζε η ανεργία και το ψωμί έμπαινε με το ζόρι στα σπιτικά, οι άρχοντες της πατρίδας ψήφισαν νόμους που οι τιμές των καυσίμων γινήκαν απλησίαστες. Ο «πολιτισμός» του πετρελαίου και του φυσικού αερίου παραγκωνίστηκε, τα λιγοστά δάση της χώρας που γλύτωσαν από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού δέχθηκαν επίθεση από παντός τύπου ξυλοκόπους,  επί το πλείστον παράνομους. Οι σόμπες μπουκωμένες με ότι μπορούσε να καεί και τα μέχρι πρότινος “διακοσμητικά” τζάκια στα εύπορα σπιτικά, ανασκουμπώθηκαν και έπιασαν δουλειά. Γνώρισαν νέες δόξες βομβαρδίζοντας τις γειτονιές με βλαβερή αιθάλη.  
     Σε μια κρυφή γωνιά του ανθισμένου κήπου ανάμεσα στις πασχαλιές, ένας νεαρός άντρας ντυμένος με τις γαλάζιες πιτζάμες του τάιζε τους σπουργίτες. Γύρω στα τριανταπέντε έμοιαζε, είχε όμορφες πινελιές στο πρόσωπο όμως ήταν καταπονημένο, μόλις και συνέρχονταν από την μεγαλύτερη μπόρα της ζωής του. Στην άλλη άκρη του ξεθωριασμένου ξύλου κάθονταν μέχρι πριν από λίγο δυο πωλητές φαρμάκων που έκλαιγαν την μοίρα τους για την αναδουλειά και την μιζέρια που είχε πέσει στον κλάδο. Σκέφτονταν σοβαρά να φύγουν από την χώρα  - όπως τόσοι άλλοι - να βρουν αλλού την τύχη τους. Τα σπουργίτια φέρονταν λες και ήθελαν να τους αλλάξουν την διάθεση, ίσως και την γνώμη. Βάλθηκαν να τους πουν για την όμορφη άνοιξη, για την ζωή τους που ήταν τόσο απλή και τόσο ευτυχισμένη δίχως λεφτά. Τους τιτίβιζαν δυνατά και χαρούμενα ένα σωρό ιστορίες της φύσης όμως αυτοί οι δυο ήδη ταξίδευαν για χώρες μακρινές, μεγάλες αποφάσεις. Εκείνη την ώρα απλώς αποφάσισαν να φύγουν από το νοσοκομείο μιας και είχαν τελειώσει κι έπρεπε να συνεχίσουν τις επισκέψεις τους αλλού.
   Υπέροχα πλάσματα αυτά τα σπουργίτια, τώρα και ο ίδιος μπορούσε να διαβεβαιώσει πως ήταν αλήθεια, αυτά τα πουλιά δεν έφευγαν ποτέ από τον κήπο του νοσοκομείου. Πρώτη φορά το άκουσε από έναν ετοιμοθάνατο άντρα λίγες ημέρες μετά την εισαγωγή του εκεί. Θυμόταν την λειωμένη μορφή του, το ωχρό δέρμα, τα μισοσβησμένα μάτια που τρεμόπαιζαν οι σπίθες της ζωής. «Νίκο, τα σπουργίτια μένουν εδώ, για πάντα» του είχε ψιθυρίσει στο αυτί «Είναι μικροί άγγελοι που δίνουν παρηγοριά σε εμάς». Έτσι ήταν από την πρώτη μέρα που έπιασαν φιλίες τον εμπιστεύθηκαν και έτρωγαν το σιταράκι τους μέσα από την χούφτα του. Αυτός σιγά - σιγά τα έμαθε και τους έβγαλε και ονόματα. Τόσο πολύ τον αγαπούσαν που ανέβαιναν ακόμα και στο κεφάλι του και τιτίβιζαν από εκεί χαρούμενα. Αρκούσε όμως και ένα μόνο σύρσιμο ξένων βημάτων και εξαφανίζονταν σβέλτα μέσα στις πολύχρωμες φωλιές τους.
- Καλημέρα.
- Και για εσένα εύχομαι, απάντησε δίχως κατ’ αρχήν να κοιτάξει ποια τον καλημέριζε. Μηχανικά σήκωσε την τσάντα με το σιτάρι για τα πουλιά και την απίθωσε πλάι στα πόδια του ώστε να κάνει χώρο στο παγκάκι. Η άγνωστη κάθισε ήσυχα. Όταν γύρισε να την κοιτάξει τα άχρωμα του χείλη τεντώθηκαν από την έκπληξη σαν να έβλεπε μια οπτασία στα πόδια του τσιμεντένιου όγκου. Πλάι του κάθονταν μια ονειρική κοπέλα τυλιγμένη με μια λεπτή ροζέ ρομπίτσα.
      Μέσα στον κηπάκο με τα εξαίσια χρώματα ο Νίκος είδε την άνοιξη να προβάλλει στο πρόσωπο της πιο εκτυφλωτική από ποτέ. Ομορφοπλασμένη, λυγερόκορμη, αταίριαστη ομορφιά κάτω απ’ τα δόντια του θεριού.  Ένα ελαφρύ θρόισμα παιχνίδιζε ανέμελα με τις καστανές της μπούκλες.  Η επιδερμίδα της αλαβάστρινη, έλαμπε και μοσχοβολούσε σαν ανθός λεμονιάς. Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε ζωγραφίσει τα θελκτικά της χείλη, στα ψηλά βουναλάκια τους μπορούσε να δει ολόδροσα ρυάκια να τρέχουν σε κόκκινες ρεματιές, έτοιμα να ξεδιψάσουν με ένα τους φιλί. Υπνωτισμένος, σχεδόν δεν ανέπνεε στο πλάι της, πολύχρωμες πεταλούδες φερμένες από λιβάδια ουτοπικά χορεύανε ολόγυρα του, κι εκείνος ζούσε μονάχα για να ταξιδεύει στην μορφή της. Έβαλε μηχανικά το χέρι στην σακούλα και σκόρπισε στον αέρα αμέτρητους σπόρους για να ξεφύγει ενστικτωδώς από την ύπνωση του. Τα πουλιά τινάχτηκαν από τις ανθισμένες κρυψώνες τους και γέμισαν την αυλή με τιτιβίσματα χαράς.
- Είναι τόσο όμορφα είπε εκείνη ενθουσιασμένη, κοιτούσε τα πουλάκια να φέρνουν γύρες στον κήπο, να τσιμπολογάνε, να κάθονταν στο κεφάλι του Νίκου, να φτερουγίζουν ευτυχισμένα με την ζωή τους. Χαίρονταν πραγματικά αυτές τις ανέμελες στιγμές, στο βλέμμα της είχε μια πρωτόγνωρη παιδικότητα σαν να ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τέτοια χαρούμενα καμώματα.  Ο Νίκος ψέλλισε ένα
- Ναι, και χαμογέλασε με τους φίλους του, δεν πατούσε πια στο φτωχό γρασίδι του κήπου, καθώς αυτή κοιτούσε την παράσταση των πουλιών εκείνος βρήκε την ευκαιρία να καταδυθεί μέσ’ στις μελένιες λίμνες των ματιών της. Ήταν καινούργια εδώ, στα σίγουρα δεν την είχε ξαναδεί. Αυτό το όμορφο θηλυκό είχε έρθει σαν το αγέρι να αναζωπυρώσει την φλόγα της ύπαρξης του, ήταν η άνοιξη που πήρε μορφή γυναίκας κι ήρθε και κάθισε στο πλάι του. Τόσες δύσκολες ώρες σβήστηκαν όλες μονομιάς. Τι όμορφη μυρωδιά που είχαν οι πασχαλιές, αχ αυτές οι πασχαλιές, πως είχαν γενεί ξαφνικά τόσο πιο όμορφες, τόσο πιο μωβ; Και τα πουλάκια του; Τι τιτιβίσματα αγγελικά άκουγε τώρα…..  Ένα κουδούνισμα ακούστηκε δυνατά, ήταν το αναθεματισμένο το κινητό της, η κοπέλα σηκώθηκε και γρήγορα χάθηκε μέσα στο νοσοκομείο.

    Στον τέταρτο όροφο είχε πέσει ησυχία μετά το απογευματινό επισκεπτήριο. Ο ήλιος κουρασμένος από τον κάματο της μέρας ξαπόσταινε για λίγο πίσω από τις πολυκατοικίες της οδού Παπαναστασίου πριν να συνεχίσει το ταξίδι του για τις πατρίδες πέρα από τον Ατλαντικό. Οι τελευταίες αχτίδες φώτιζαν αμυδρά το δωμάτιο. Ο Νίκος υπολόγισε ότι σε λίγο ο πορφυρός δίσκος θα έπρεπε να δύει στο βάθος του ορίζοντα απέναντι από το  αγαπημένο του παγκάκι δίπλα στο ξενοδοχείο Macedonia Palace. Αυτή η εικόνα τον επισκέπτονταν συχνά τέτοιες ώρες. Σε αντίθεση όμως με την πραγματικότητα τα χρώματα της δεν έσβηναν μα τονίζονταν υπερβολικά , ξεχείλιζαν από τα βουνά και την θάλασσα και έβαφαν τον ουρανό, ο ήλιος τότε δεν έδυε παρά ανέβαινε ψηλά και έλαμπε μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων.
    Κοίταξε τον σιδερένιο ορθοστάτη, τουλάχιστον τέλειωνε ο ορός και θα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Μήνες ολάκερους πάλευε εδώ μέσα το θεριό που τον κατέτρωγε. Εγχειρήσεις, θεραπείες, εξετάσεις, καινούργια σχήματα θεραπειών από τους γιατρούς και πάλι ρίχνονταν σε νέες μάχες. Γλυκομίλητοι οι γιατροί και καλοσυνάτοι όλοι οι νοσηλευτές ακόμα και οι τεχνικοί, πολλούς φίλους είχε που τον στήριζαν. Όλοι το παραδέχονταν, εδώ μέσα ο πόνος λυγίζει και τους πιο δύστροπους χαρακτήρες, καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον, στέκεται πλάι του. Μόνο ένα παράπονο είχε για μια κοπέλα, για αυτήν που νόμιζε γυναίκα της ζωής του. Δεν άντεξε την ασθένεια του, λιποψύχησε. Ας ήταν καλά αυτός δεν της κρατούσε κακία.
     Κοίταξε την γαλήνια μορφή που αναπαυόταν ήρεμα, τον έλεγαν μπάρμπα Μέλιο, μόνιμος και αυτός στο διπλανό κρεβάτι. Αν και γέροντας η λιονταρίσια του μορφή σωνόταν ακόμα στο δυνατό μέτωπο και τα καλόκαρδα μάτια.  Όταν συνέρχονταν από τις χημειοθεραπείες στον έκτο όροφο και είχε τις καλές του, εκείνος του έλεγε ένα σωρό ιστορίες από τα νιάτα του. Ο Νίκος μπορούσε να κάθεται με τις ώρες να ακούει τις περιπέτειες του.
      Πάντα αψηφούσε τον θάνατο, από παιδί ακόμα ο μπάρμπα Μέλιος. Σαν έγινε παλικαράκι τον βρήκε ο πόλεμος, στην πόλη του την Κατερίνη. Δεν άντεξε να βλέπει τους κατακτητές. Με έναν ξάδερφο του καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερο έφυγαν κρυφά για την Αθήνα, και από εκεί με καΐκια για την Τουρκία με προορισμό την Μέση Ανατολή. Φλογισμένοι εθελοντές, ζήταγαν να πολεμήσουν τους Γερμανούς, να τους αφανίσουν. Ο ξάδερφος δεν πρόλαβε πιάστηκε στην Σάμο από τους Ιταλούς και λίγο αργότερα εκτελέστηκε, αυτός πέρασε απέναντι μια ανεμοδαρμένη νυχτιά. Γλύτωσε τον θαλασσο-πνιγμό μαζί με άλλους δυο μόνο, από δέκα άντρες. Λες και ο θάνατος σεβάστηκε την ανδρειοσύνη του και δεν τον άγγιξε σε τόσες και τόσες μάχες. Τομπρούκ, Μπυρ-ελ-Αράμπ, Ελ Αλαμέιν, Βεγγάζη. Πρώτα με τους Άγγλους, έπειτα με την ελληνική ταξιαρχία πολέμησε με πάθος τους Γερμανούς του Afrika Korps. Γενναία, με την τόλμη των νιάτων του μάχονταν μέχρι την συνθηκολόγηση του Άξονα. Σαν επέστρεψε στον τόπο του ήρωας πια δεν πέρασε ελάχιστος καιρός και πικράθηκε, με όλα που συνέβαιναν. Αυτός πολέμησε για ιδανικά και τώρα τι; Τα αδέλφια έχυναν αναμεταξύ τους ποτάμια αίματος. Πίσω στις πόλεις τους οι συμπολεμιστές του γυρνούσαν άνεργοι και πεινασμένοι, σκυλιά στους δρόμους. Μόλις ξεμπέρδεψε με τον στρατό χώθηκε στο δωμάτιο του και βγήκε πολύ αργότερα σαν έσβησαν τα αποκαΐδια του εμφυλίου. Δεν έκανε δική του οικογένεια παρά στάθηκε σαν αληθινός πατέρας στα παιδιά του ξαδέρφου του. Τίμιος και αγνός πορεύτηκε στην ζωή του, σαν τις αιώνια χιονισμένες κορφές του τόπου του.

    Στον πέμπτο όροφο η Νάντια, η κοπέλα με την ροζέ ρόμπα κοιτούσε σκεφτική έξω από το παράθυρο. Στις αντικρινές πολυκατοικίες μια νεαρή νοικοκυρά έπλενε επίμονα κάθε γωνιά του μπαλκονιού της ενώ ένας πιτσιρίκος έκανε σκανταλιές πίσω από την πλάτη της. Λίγο παραδίπλα μια γριούλα φρόντιζε τα λουλουδάκια της στοργικά, στο βάθος οι βραχίονες του λιμανιού δούλευαν ασταμάτητα μέχρι να φορτώσουν ένα τάνκερ που σάλπαρε σε λίγο για Σαγκάη. Η ζωή κυλούσε αβίαστα εκεί έξω, όμως γι’ αυτήν είχε παγώσει. Πριν από λίγη ώρα ο γιατρός της, την είχε προειδοποιήσει ότι το πρόβλημα της υγείας της ήθελε μεγάλη προσοχή. Μπορεί τα επαγγελματικά της να μην το επέτρεπαν όμως εκείνη έπρεπε να μείνει στο νοσοκομείο μέχρι να ολοκληρωθούν κάποιες εξετάσεις που ο θεράπων έκρινε απαραίτητο να γίνουν δίχως αναβολή. Αυτά μόνο, δίχως περαιτέρω διευκρινήσεις. Καταλάβαινε πολλά, όμως δεν είχε το κουράγιο να ρωτήσει τίποτα παραπάνω, έτρεμε και μόνο στο άκουσμα της λέξης καρκίνος. Δεν ήταν καινούργιος για αυτήν, είχε προηγούμενα μαζί του. Πριν δέκα χρόνια άνοιξαν τους λογαριασμούς τους όταν της είχε πάρει πρώτα τον πατέρα. Η μητέρα της δεν άντεξε τον χαμό του συντρόφου της. Η καρδιά της, δυο χρόνια μετά αρνήθηκε να χτυπάει άλλο, έγινε ένα πρωινό ενώ έπινε καφέ στο μπαλκονάκι τους που κρέμονταν πάνω από την Σάρτη. Της είχε κάνει την χάρη, να μην ζει χώρια από το ταίρι της, να βλέπει μόνη το γαλάζιο του ουρανού……
   Η Νάντια ήταν η μοναχοκόρη τους, δυναμική γυναίκα. Δεν το έβαλε κάτω, εκμεταλλεύτηκε τις καλές σπουδές της δούλεψε σκληρά και έγινε διευθυντικό στέλεχος σε πολυεθνική εταιρεία τροφίμων. Ιδιαίτερα απαιτητική θέση. Το πρόγραμμα της δεν είχε ωράριο, ούτε γνώριζε σύνορα. Οι αποδοχές της υψηλές όμως και οι υποχρεώσεις δυσανάλογες για μια νεαρή γυναίκα, ενάντια στην φύση. Όταν πριν τέσσερα χρόνια αναλάμβανε την θέση υπέγραφε και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό που στην ουσία της απαγόρευε να γίνει μητέρα για τα επόμενα χρόνια. Η απόλυτη φιλοσοφία των πολυεθνικών υλοποιούνταν σε αυτά τα συμφωνητικά, ψυχή και σώμα έπρεπε να ανήκουν και να εργάζονται άοκνα για την επίτευξη των στόχων της εταιρείας.  

   Ο Νίκος κατέβαινε αργά τα καλοσφουγγαρισμένα σκαλοπάτια βαστώντας για σιγουριά το πρασινωπό κάγκελο της σκάλας. Παρατήρησε το πόσο όμορφα λαμποκοπούσαν κάτω από το φως των λαμπτήρων. Το απορρυπαντικό είχε σβήσει όλα τα ίχνη της μέρας από πάνω τους, πάστρα μύριζε ο τόπος.
«Μακάρι να υπήρχε και ένα, όχι από τα ενέσιμα κοκτέιλ που ετοίμαζαν στο ιατρείο πόνου, όχι, να υπήρχε ένα μαγικό χαπάκι που να έσβηνε μονομιάς τον πόνο στο σώμα και την ψυχή του κάθε ανθρώπου», αυτό θα ήταν υπέροχο σκέφτηκε.  Στο μυαλό του ήρθε και πάλι η εικόνα της. Δεν είχε σταματήσει να την σκέφτεται, και μάλιστα αγωνιούσε αν θα κατέβαινε αύριο στον κήπο. Μια άσχημη σκέψη για την υγεία της τρύπωσε στο μυαλό του, όμως καθώς ψηλάφισε στο θυμητικό του το όμορφο της πρόσωπο γρήγορα έφυγε το μαύρο σύννεφο από την σκέψη του.
   Επιτέλους είχε φτάσει στον πρώτο όροφο, φυσικά τέτοια ώρα δεν περίμενε να συναντήσει ψυχή εκτός από κανέναν βιαστικό νοσηλευτή. Απέναντι του τα τελευταία κεριά αργοπέθαιναν στο πολυκαιρισμένο μανουάλι. Δεν ήταν ο τυπικός πιστός, στην ζωή του σπάνια είχε πατήσει το πόδι του στην εκκλησία, μόνο στα παιδικά του χρόνια ήταν τακτικός της Κυριακής τα πρωινά αλλά από εκεί και πέρα….. Όμως εδώ ήταν διαφορετικά. Ήταν το μέρος που μπορούσε να απομονωθεί τις ώρες που ένοιωθε την ανάγκη, μακριά από την οχλοβοή και τον καπνό των τσιγάρων που από χρόνια μαζί με τις πίκρες είχαν ποτίσει τα μπαλκόνια του νοσοκομείου. Όταν χάνονταν και τα τελευταία ξέφτια της μέρας εξαφανίζονταν στο εκκλησάκι του νοσοκομείου και διάβαζε. Με τις ώρες έμενε πλάι στα εικονίσματα παρέα με τα βιβλία του. Στο ζεστό κόκκινο που σκορπούσαν τα καντήλια αυτός ρουφούσε όλα τα σοφά λόγια και τα μεγάλα ερωτήματα ενός παρ’ ολίγο αφορισμένου. Διάβασε αχόρταγα τον “καπετάν Μιχάλη”, “ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, “Ο φτωχούλης του Θεού”.  Και όχι μόνο δεν τον έκαψε ο θεός που διάβαζε τον Ν. Καζαντζάκη μέσα στον ναό του, νόμιζε κιόλας πως οι ασκητικές μορφές του χαμογελούσαν επιδοκιμαστικά μέσα απ’ τα εικονίσματα τους, και το βλέμμα της Παναγιάς γίνονταν ακόμα πιο στοργικό, περασμένα μεσάνυχτα πολλές φορές.
   Άναψε ένα κερί και μπήκε στο εκκλησάκι. Ερημιά όπως πάντα τέτοια ώρα. Ο εσταυρωμένος Μα όχι, είχε γελαστεί. Σαν γύρισε την πλάτη του είδε την κοπέλα του κήπου να κάθεται πίσω - πίσω στα στασίδια. Στο πρόσωπο της φέγγιζαν οι υγρές σταλαγματιές των ματιών της, ίδιες σαν αίμα. Αυτός κατάλαβε αμέσως, δεν χρειαζόταν και πολλά για να κατανοήσει ότι η γυναίκα που βρίσκονταν απέναντι του  μόλις ξεκινούσε το δυσκολότερο και πιο αβέβαιο ταξίδι στην ζωή της. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και έμειναν εκεί ακίνητα, το ένα χαμένο μέσα στ’ άλλο.
Ο Νίκος περπάτησε πιο κοντά της, ένιωθε τον πόνο που είχε φωλιάσει σε σώμα και ψυχή, έβλεπε στα μάτια της και την ανάγκη να τα μοιραστεί. Ήταν τόσο δυνατή η επιθυμία του να της παρασταθεί που αυτό υπερνικούσε κάθε μια και όλες μαζί τις αναστολές του.
- Συναντηθήκαμε το πρωί στον κήπο.
 - Τάιζες τα σπουργίτια, μου άρεσε πολύ να σας βλέπω. 
- Ναι είμαστε καλοί φίλοι χαμογέλασε ο Νίκος, τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ και εσύ δεν είχες ύπνο;
- Δεν είχα σε ποιόν άλλον να μιλήσω και ήρθα στο εκκλησάκι… το αστείο είναι ότι έχω να πατήσω χρόνια σε εκκλησία.
- Α μην ανησυχείς και εγώ μια από τα ίδια, είναι όμως καλοί δεν κρατάνε κακία, κι οι δυο τους ξέσπασαν σε γέλια…….
- Σε ευχαριστώ το είχα ανάγκη……….
- Ααα…. Νίκο με λένε, σειρά σου τώρα.
- Νάντια.
- Σήμερα ήρθες;
- Όχι προχθές αλλά ο γιατρός μου ζήτησε πολλές εξετάσεις, ύστερα δεν είχα όρεξη.
- Σε καταλαβαίνω.
- Εσύ, είσαι καιρό εδώ πέρα;
- Ναι αλλά τώρα όλα πάνε καλά, σε λίγες μέρες μου είπαν ότι θα μπορώ να γυρίσω στην μοναξιά μου.
- Πολύ χαίρομαι, βλέποντας τον Νίκο να χαμογελά συμπλήρωσε, όχι για την μοναξιά, για την υγεία σου εννοώ.
- Κοίτα Νάντια…. ένα ολόγιομο φεγγάρι πρόβαλε πίσω από τον ανθισμένο κήπο που γνωρίστηκαν, σηκώθηκε ψηλά και στάθηκε πάνω από τις πολυκατοικίες. Τα ασουλούπωτα τσιμεντένια οικοδομήματα μοιάζανε κομμάτια ασήμαντης μακέτας κάτω από τον ασημένιο δίσκο που έλαμπε αφύσικα την ανοιξιάτικη βραδιά. Ένα ακόμα δάκρυ κύλησε στο όμορφο πρόσωπο της την στιγμή που δεν το περίμενε ο Νίκος. Δίχως να το σκεφτεί, της σκούπισε το δάκρυ και ύστερα αναπάντεχα ακόμα και για τον ίδιο την αγκάλιασε τρυφερά. 
- Όλα θα πάνε καλά….. ξέρεις γιατί;  Η Νάντια ανίκανη να αφήσει το καταφύγιο που της χάρισε έμεινε να ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.  Όλα θα πάνε καλά πρέπει να το πιστέψεις, γύρω μας, μέσα μας συμβαίνουν θαύματα, παντού, αρκεί να πιστεύουμε σε αυτό που μας έφερε στην ζωή, σε αυτό που τώρα μας έφερε κοντά, σε αυτό που θα σταθεί δίπλα μας από αύριο το πρωί. Η φωνή του σαν μαγικός αυλός μελωδικά σκορπούσε τις λέξεις στον αέρα. Τα λόγια μπερδεύτηκαν με στίχους κι οι Θεοί, κι άνθρωποι, οι δαίμονες κι οι άγγελοι σώπαιναν εκστατικά: 




πιστεύετε στα θαύματα;
                                                                                                    
ρώτησε το φεγγάρι στο μπαλκόνι μου σκορπίζοντας ανταύγειες τα μεσάνυχτα
ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου με το λευκό της άρωμα
απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου

εγώ κι εσείς κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω
και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε

με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως
πριν απ’ το φως
πέρα απ’ το φως


Εκείνη ξέσπασε με λυγμούς, αγωνία, φόβος θαυμασμός, μια σπίθα που γινόταν φωτιά, κόκκινη σαν τα μάτια της που ζητούσαν τα πάντα, και έτρεμαν το τίποτε.
- Μου το χάρισε κάποτε ένας άγνωστος φίλος, στα χέρια του κρατούσε ένα λεπτό βιβλίο, μια ποιητική συλλογή. Κάθε μέρα διάβαζα και ένα ποίημα για να βρίσκω το θάρρος, να συνεχίσω να πολεμάω. Στο δανείζω για όσο χρειαστεί……
     Εκείνο το ξημέρωμα τους βρήκε μαζί, να προϋπαντούν με ατέλειωτες συζητήσεις την μέρα που χάραζε μεθυστική. Και θα ήταν έτσι για μέρες ακόμα. Πλησίαζε το Πάσχα και η Μεγαλοβδόμαδα μαγιάτικη, μέσα στα χρώματα έφτανε.   
     Η Νάντια πάλευε με θάρρος. Οι γιατροί της έδιναν κουράγιο, είχε κάνει και μια φίλη, μια ηλικιωμένη νοσοκόμα που την φρόντιζε σαν να ήταν η ίδια η μάνα της. Γιατί αυτή η γυναίκα κάθε εβδομάδα άφηνε την σκουριά της σύνταξης που είχε πάρει πριν λίγο καιρό, και πήγαινε να προσφέρει , να πολεμήσει στο νοσοκομείο. Έτσι κι αυτήν όπως και άλλα παιδιά εκεί μέσα τα ένοιωθε δικά της, σαν τα παιδιά της που μεγάλωσαν και ζούσαν μακριά της.
     Ο Νίκος όπως του είχαν υποσχεθεί οι γιατροί τέλειωνε από το Θεαγένειο. Μπορούσε να βγει, να κάνει Ανάσταση στο σπίτι του. Ήταν ένα όνειρο να γλυτώσει και τώρα που γινόταν πραγματικότητα το μυαλό του δεν το απασχολούσε τίποτε άλλο εκτός από την Νάντια. Και όταν θα του έδιναν εξιτήριο αυτός θα ήταν εδώ, θα ξημεροβραδιαζόταν στο πλάι της.

     Ο Πέτρος από την τεχνική υπηρεσία θα του έκανε την χάρη, τα είχαν κανονίσει όλα. Ήταν ένας άντρακλας δυο μέτρα και καμιά πενηνταπενταριά χρονών, με σκληρά χαρακτηριστικά που μπέρδευαν και ρούχα μονίμως μαυρισμένα. Όταν σπάνια τύχαινε να είναι θυμωμένος έτρεμε η γης, μα η καρδιά του ήταν μαλακή, πουπουλένια, χατίρι δεν χαλούσε.
-  Έλα, ο Νίκος την έπιασε από το χέρι και μπήκαν στο ασανσέρ. Ανέβηκαν μέχρι τον δέκατο όροφο στην τεχνική υπηρεσία, ψυχή δεν υπήρχε εκείνη την ώρα. 
- Ο μπάρμπα Μέλιος έφυγε για το βουνό των Θεών, είπε ο Νίκος, όχι θλιμμένα πιο πολύ νοσταλγικά, για όλη την συντροφιά που έκαναν εδώ μέσα. Είχε προλάβει να τον γνωρίσει και η Νάντια. «Η ματιά του ήταν τόσο καθαρή και ήσυχη», είχε πει στον Νίκο εκείνη την μοναδική φορά που συναντήθηκαν.   
«Να πολεμάτε πάντα για τα ιδανικά σας. Μην φοβηθείτε τον εχθρό, όσο θεριό και αν μοιάζει. Εγώ πάω στον τόπο που με γέννησε η μάνα μου, σαν έρθει ο χάρος ας με βρει εκεί» Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του, μ’ αγκάλιασε και χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου…...
  Η τεράστια σιλουέτα του τεχνικού πρόβαλε πίσω από την πόρτα του ανελκυστήρα.
- Ε, κοιτάτε ο ήλιος βαράει, σύντομα μην μου ζαλιστείτε και ποιος μας σώνει μετά, θα γυρίσω σε λίγο.
- Να είσαι καλά Πέτρο, του φώναξε ο Νίκος πριν εξαφανιστεί πίσω από την σιδερένια πόρτα της ταράτσας.
- Σε ευχαριστώ του φώναξε και η Νάντια ευτυχισμένη.
     Μ. Δευτέρα προχωρημένη άνοιξη, ο Ηλιοκράτορας μεσουρανούσε πονετικός. Κυκλικά μέχρι τα βάθη του ορίζοντα οι ψηλότερες βουνοκορφές κουβαλούσαν ακόμη τα λευκά ρούχα του χειμώνα που τα εγκατέλειψε βιαστικός επάνω στην φυγή του. Ο μακεδονικός κάμπος απέραντος, έσφυζε από τις πολύχρωμες ανταύγειες και τα οργωμένα χώματα. Το Σέιχ Σου και όλα τα υψώματα μέχρι τον Χορτιάτη μια καταπράσινη αγκαλιά γύρω από την τσιμεντούπολη. Κι θάλασσα στραφτάλιζε παντού το χρυσογάλανο της, για να γίνουν στα μάτια εκείνης όλα μια εικόνα.
    Μου αρέσει τόσο πολύ αυτό το αεράκι που σηκώθηκε, σε όλη μου την ζωή λάτρευα τον άνεμο τον δυνατό που παρέσερνε τα πράγματα, τις τύχες των ανθρώπων. Τώρα όμως είσαι εσύ, και θέλω να είμαι δίπλα σου, δίχως ανατροπές, να ζήσω την αγάπη. Το αεράκι πήρε την φωνή της Νάντιας και την ανέμιζε πολύχρωμη κορδέλα πάνω σε γειτονιές και δρόμους, μέσ’ την πολύβουη Θεσσαλονίκη.   
   Ήταν η κατάλληλη στιγμή, ο Νίκος με προσοχή έβγαλε από την τσέπη του σαν φυλακτό τον εύθραυστο μίσχο που του είχε δώσει κρυφά πριν από λίγη ώρα ο συνεργός του. Ήταν ένα σπάνιος λευκός μενεξές με φύλλα σε σχήμα καρδιάς.
- Για εσένα…. είναι η καρδιά μου, πρόφερε γλυκά ο Νίκος. Χωρίς επισημότητες, με τα νυχτικά τους στην τσιμεντένια ταράτσα, στον κάμπο της πόλης, το αγέρι και το λουλούδι ενώθηκαν κάτω από το λαμπερό φως του Μάη με ένα φιλί, υπόσχεση αγάπης.

     Ξημέρωνε Μ. Παρασκευή και ο Νίκος δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, σήμερα έβγαινε. Στο ημίφως του δωματίου κοιτούσε το άδειο κρεβάτι του μπάρμπα Μέλιου, του έρχονταν οι τόσες και τόσες στιγμές που πέρασαν οι δυο τους. Πόσο θα ήθελε να στοίχειωναν τα δυο κρεβάτια, κι όλα στο νοσοκομείο, να μην χρειαζόταν ποτέ άνθρωπος να έμπαινε ξανά εδώ. Να το κάνανε λέει ένα μεγάλο μουσείο ιατρικής και να γέμιζε από τις εικόνες όσων πολέμησαν, όσων έζησαν, όσων χάθηκαν μέσα σε αυτούς τους τοίχους.   
    Θυμήθηκε μια υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του. Κάποιες μέρες ήταν τόσο άσχημα που πίστευε πως δεν υπήρχε ελπίδα να ζήσει, σε αυτές τις κρίσιμες ώρες αντιλαμβάνονταν πως και τα πιο μικρά πράγματα στην καθημερινότητα έχουν τόσο μεγάλη αξία. Δεν θα αγχωνόταν ποτέ πια για ανούσια πράγματα και καταστάσεις, ποτέ δεν θα παραμελούσε τις μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας.  Ένα καλό βιβλίο, ένας καφές με φίλους στο κέντρο, μια βόλτα στην Ν. Παραλία με ομίχλη, μια ωραία ταινία στα προσεχώς, στο κοντινό μέλλον που εκείνο το διάστημα για τον ίδιο δεν ήταν καθόλου δεδομένο πως θα ξύπναγε το επόμενο πρωί. Τώρα όμως θα έπρεπε να ήταν αχάριστος με την τύχη του. Όχι μόνο είχε βγει νικητής αλλά είχε γνωρίσει το πιο όμορφο, το πιο γλυκό κορίτσι στην γη….
   Η ώρα είχε φθάσει, μετά τις επισκέψεις των γιατρών και τις ευχές όλων ολοκλήρωσε και τις τελευταίες διαδικασίες για το εξιτήριο του και πήρε το ασανσέρ για τον πέμπτο.  Θα έβλεπε την Νάντια για να την χαιρετήσει, όχι για πολύ αφού το απόγευμα θα έρχονταν πάλι, αλλά σαν επισκέπτης αυτήν την φορά.

   Ο Πέτρος τον βοήθησε να γυρίσει σπίτι του, ήταν ένα ανθρώπινο ράκος. Πως είχε συμβεί αυτό, ποιος θεός είχε θυμώσει μαζί του και του το έκανε αυτό; Η Νάντια είχε εξαφανισθεί χωρίς να πει ούτε μια κουβέντα, ένα αντίο, μόνο τα ποιήματα είχε πάρει μαζί της. Τι της είχε κάνει; Τις τελευταίες δυο μέρες φαίνονταν προβληματισμένη και αυτός προσπαθούσε να της φτιάξει το κέφι, δεν είχε καταλάβει οτιδήποτε που θα έφερνε μια τέτοια εξέλιξη.
    «Ίσως να μην ήθελε τους γιατρούς της, να φοβόταν πως η νοσηλεία της δεν είναι ότι το καλύτερο για αυτήν, μήπως της είχαν πει κάτι τόσο άσχημο; Μα και σε αυτόν όλα ήταν εναντίον του έδιναν λίγους μήνες ζωής και όμως άντεξε και στο τέλος νίκησε, μαζί θα το παλεύαμε». Χίλια δυο ερωτηματικά τον τυραννούσαν δίχως να μπορεί να βγάλει κάποιο βάσιμο συμπέρασμα.
  Μ. Σάββατο, έξω ο κόσμος είχε πλημμυρίσει τους δρόμους. Οι μυροβόλοι επιτάφιοι είχαν γυρίσει εχθές πένθιμα στις γειτονιές μα σήμερα όλα ήταν αλλιώτικα. Γύρω από τις εκκλησιές χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν να πάρουν το «Άγιο Φως» και να ακούσουν μήνυμα της Αναστάσεως, τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα και τα βεγγαλικά να μετατρέπουν την νύχτα σε πανδαισία σχημάτων και χρωμάτων. Ο Νίκος είχε ανοίξει την μπαλκονόπορτα και έβλεπε τους ανθρώπους ευτυχισμένους να γιορτάζουν. Ζεστή βραδιά δεν κουνιόταν φιλαράκι, το κύμα φωτός βγήκε από τα ιερά και άναψε τις χιλιάδες λαμπάδες. Όλοι τώρα ετοιμάζονταν για τις ευχές, και τα τσουγκρίσματα των κόκκινων αυγών.  Ο Νίκος χαμένος μέσα στην μοναξιά και στις σκέψεις του ξαφνιάστηκε σαν ακούστηκε το «Χριστός Ανέστη». Από διάφορα σημεία της πόλης ομοβροντίες κωδωνοκρουσιών και κάθε λογής πυροτεχνημάτων έσχιζαν την νυκτερινή σιγή, ο σκοτεινός ουρανός κάθε τόσο έλαμπε απ’ τα χρώματα.
- Τι ειρωνεία, μονολόγησε μέσα στον γιορτινό χαλασμό, πριν λίγες μέρες όλος ο κόσμος ήταν δικός μου.……
*****
   Ήταν κρίμα γιατί κανείς δεν γνώριζε για να μεταφέρει στον Νίκο αυτά που πραγματικά συνέβησαν. Ο περιφερειακός διευθυντής Βαλκανίων και Μέσης Ανατολής είχε επιπληχθεί για την ολιγωρία του. Ήταν ακατανόητο για αυτούς το ότι είχε εμπιστευθεί ένα δημόσιο νοσοκομείο σε μια χρεοκοπημένη χώρα για την νοσηλεία υψηλόβαθμου στελέχους ακόμα και αν η ίδια επέμενε να μείνει και εξέφραζε την απόλυτη εμπιστοσύνη της στους γιατρούς. Η εταιρεία αποφάσισε να την μεταφέρει άμεσα στην Αμερική για νοσηλεία σε ειδικό κέντρο. Δεν υπήρχε λεπτό για χάσιμο, η εντολή ήταν σαφής. Δεν το έκαναν από συμπόνια, το υπαγόρευε η εταιρική πολιτική και τα συμφέροντα τους, εξάλλου πλήρωναν πολλά στην ασφαλιστική για να έχουν τις καλύτερες παροχές τα ανώτερα στελέχη τους. Η Νάντια είχε φύγει με συνοπτικές διαδικασίες, ήταν αναγκασμένη, οι εξετάσεις και τα αποτελέσματα ψηφιοποιήθηκαν και στάλθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν είχε μιλήσει στον Νίκο, δεν άντεχε να τον αποχαιρετήσει, γιατί ίσως και να ήταν η τελευταία τους φορά. Ήθελε όμως να τον κρατήσει στην καρδιά της το τελευταίο τους βράδυ, και κάθε μέρα για όσο θα ζούσε να τον αισθάνεται στα χέρια της, στην μυρωδιά που είχε ποτίσει το βιβλίο που της χάρισε.

Ένα χρόνο μετά

     Η γης έκανε ακόμη μια στροφή γύρω από την αιωνιότητα και έτρεξε ο χρόνος σαν ποτάμι στων ανθρώπων τις ζωές. Κάποιοι φίλοι προσπάθησαν φιλότιμα να βγάλουν τον Νίκο έξω από τον κόσμο του, να τον γνωρίσουν και με καμιά κοπέλα αλλά αυτός τους απέφευγε όσο πιο διπλωματικά μπορούσε. Μετά από πίεση τους ακολούθησε κάποιες φορές όμως δεν είχε νόημα, το καταλάβαιναν και οι ίδιοι πως ήθελε τον χρόνο του. «Θα του περάσει σύντομα, πάει τόσος καιρός» συμφωνούσαν όλοι.

    
Η καμπάνα της παραλιακής εκκλησίας καλούσε για την ακολουθία του Νυμφίου. Μ. Τρίτη, είχε φτάσει πάλι η Μεγαλοβδόμαδα ανθοστολισμένη. Εκείνος βρέθηκε να περπατά πλάι στην θάλασσα που πάφλαζε ήρεμα στην προβλήτα. Στον ήχο της καμπάνας θυμήθηκε το εκκλησάκι του νοσοκομείου, την Νάντια, το ποίημα που της διάβασε. Συμβαίνουν θαύματα……χαμογέλασε πικρά. Ο ήλιος είχε γείρει κατά τον ορίζοντα όταν έφτανε στον αγαπημένο του παγκάκι. Θυμήθηκε την εικόνα που ο ήλιος αντί να δύει ανέβαινε αντίθετα, ψηλά μέσα στα χρώματα. Από τότε στο Θεαγένειο είχε να την δει, είχε χαθεί και εκείνη μαζί με την Νάντια. Τον βασάνιζε η εξαφάνιση της, που δεν είχε μάθει το παραμικρό. Δεν είχε ούτε τα τηλέφωνα της. Ένα που βρήκε στο νοσοκομείο ήταν του πατρικού της, κανείς δεν απαντούσε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ότι θα έφευγε έτσι ξαφνικά και δεν είχε κρατήσει τίποτα δικό της από τον πραγματικό κόσμο. Θα μπορούσε να ρωτήσει, να ψάξει, να βρει την εταιρεία της, όλα τα σκέφτηκε αλλά σταμάτησε γιατί, γιατί μέσα του κυριάρχησε ο φόβος, ίσως και να μετάνιωσε, ίσως υπήρχε ένας άντρας που την αγαπούσε πριν από αυτόν. Ότι και να ήταν θα το δεχόταν φτάνει να ήξερε ότι είναι καλά, φτάνει μόνο να μπορούσε να την δει έστω για ένα λεπτό. Όλοι του έλεγαν ότι θα έπρεπε να την ξεχάσει, για το καλό του, μα δεν μπορούσε στον τόπο που την γνώρισε. Το είχε αποφασίσει, θα έφευγε μακριά για το Πάσχα δεν θα κάθονταν στην πόλη…..να θυμάται. Θα έκοβε ένα εισιτήριο για την Αθήνα και θα κατέβαινε κάπου, στην τύχη, θα γνώριζε καινούργιους ανθρώπους, νέους τόπους, καλύτερα έτσι. Όταν αποφάσιζε να γυρίσει θα έβρισκε να ασχοληθεί με κάτι που άξιζε επιτέλους, θα γέμιζε την ψυχή του, από λεφτά δεν είχε ανάγκη. Θα έκλεινε την επιχείρηση υπολογιστών που είχε, έτσι και αλλιώς δεν δούλευε για βιοπορισμό. Οι θετοί γονείς του, του είχαν αφήσει αρκετή περιουσία, σε διάφορες μορφές επενδύσεων, για να μην έχει τέτοια ανάγκη.
Κάθονταν στο παγκάκι του μόνος όπως πάντα κι ο ήλιος έδυε, το πορτοκαλί της θάλασσας ξεθώριαζε, σκοτείνιαζε στην παραλία. Μια αδύνατη γυναικεία σιλουέτα με κοντό αγορίστικο μαλλί πλησίασε κι έκατσε αθόρυβα στο πλάι του, η φωνή της που έτρεμε απαλά, άρχισε να του διαβάζει στίχους από ένα βιβλίο που είχε την μυρωδιά του, από ένα ποίημα αγαπημένο:

 

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα

θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία
και θα απομείνουν τα σκόρπια φώτα
και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια
η θάλασσα θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό
καθώς στο βάθος θα ανατείλει το περπάτημά σου
ένα χαμόγελο ύστερα
το ανεπαίσθητο άρωμα της προσμονής
μια λέξη πριν το άγγιγμά σου
θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα

 


    Έγιναν μια αγκαλιά…. το μοναχικό λουλούδι του κάμπου και το αγέρι του Νοτιά έγιναν για πάντα ταίρι. Ο ήλιος γύρισε ψηλά, δεν θα έδυε ποτέ ξανά όπως δεν δύει η αληθινή αγάπη.  Οι δυο τους θα ήταν για πάντα μαζί, λουσμένοι από φως και χρώματα.

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΜΑΪΟΣ 2013


Αφιερωμένο στην μνήμη του Απόστολου Γκάνα που μας συγκλόνισε όλους τον Σεπτέμβρη του 2012 με την αγάπη του για την Μαρία της καρδιάς του και έδειξε σε όλους μας την δύναμη της αγάπης που υπερβαίνει τον θάνατο #TolisLovedMaria  http://docamiok.blogspot.gr/

Στην Τζώρτζια την διαδικτυακή του φίλη που την σκεφτόταν παρά τα δικά του προβλήματα υγείας. Η Τζώρτζια συνεχίζει να παλεύει την νόσο του lyme με την βοήθεια των ανθρώπων της και όλων των διαδικτυακών της φίλων. http://mylymeupdates.blogspot.gr/


Στην Μαριάννα Ζαχαριάδη την Κύπρια πρωταθλήτρια στο άλμα επί κοντώ που έχασε την άνιση μάχη με τον θάνατο την Μ. Δευτέρα στις 29.4.2013.


 Στον Παναγιώτη Μιχαήλ από την Κύπρο που νίκησε δυο φορές τον καρκίνο και ίδρυσε την ΜΚΟ  “Μείνε δυνατός” http://www.bestrong.org.gr

Στον μικρό Γιώργο μας του 23ου Δημοτικού Τούμπας και στους γονείς του που τον στηρίζουν για να δίνει στο νοσοκομείο της «ΕΛΠΙΔΑΣ» την πιο σκληρή του μάχη για την ζωή.

Στους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικού του Θεαγενείου της Θεσσαλονίκης για το έργο που προσφέρουν στους ανθρώπους που έχουν απόλυτη ανάγκη την βοήθεια τους.

Στον τεχνικό - ηλεκτρονικό του Θεαγενείου και καθηγητή μου Κωνσταντίνο Πλασταρά. 

Στις στιγμές που περάσαμε στο νοσοκομείο μαζί με τον πατέρα μου πριν δώδεκα χρόνια.

Στην δική μου Μαρία.

Σε ένα μικρό σπουργίτι……..

Πολλές ευχαριστίες στην  κυρία Κυριακούλα Πούλιου – Γκόγκα για τις πληροφορίες που μου παρείχε σχετικά με το νοσοκομείο, για την μακρόχρονη προσφορά της που συνεχίζει πέρα από την σύνταξη και την τυπικότητα ενός επαγγέλματος.


Θα ήθελα να εκφράσω για ακόμη μια φορά ην απεριόριστη αγάπη και εκτίμηση μου στον Ντίνο Παπασπύρου και τον Τόλη Νικηφόρου.

Τα ποιήματα: 
α. πιστεύετε στα θαύματα;
 β. θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
ανήκουν στην ποιητική συλλογή “To μυστικό αλφάβητο” του Θεσσαλονικιού ποιητή Τόλη Νικηφόρου εκδόσεις Μανδραγόρας Αθήνα 2010 

Οι πίνακες ζωγραφικής είναι έργα του Θεσσαλονικιού ζωγράφου Ντίνου Παπασπύρου:

  1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-185, Φεγγαρόστρατα, τέμπερα, 18Χ38 εκ., 2011
  2. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ Άνθη (11), τέμπερα, 12Χ12 εκ., 2011
  3. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-154, Στο πάρκο με πανσέληνο, τέμπερα 48Χ38 εκ., 2010
  4. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ Γλυκό Μαγιάτικο ξημέρωμα στη Χαλκιδική Τέμπερα, 20Χ38 εκ., 2007
  5. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-99, Λιόγερμα στη Νέα Παραλία, τέμπερα, 12Χ12 εκ., 2011
  6. ΜΕΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ-99, τέμπερα + φωτογραφία, Τόλης + Μαρία, 24Χ19 εκ., 2013









Friday, April 22, 2011

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ


Μ. Σάββατο κάπου το δείλι.
Ήταν λίγη ώρα που η θάλασσα είχε καταλαγιάσει και πια ακουγόταν μοναχά ο ελαφρύς παφλασμός της. Πριν το πρώτο φως της μέρας ένας δυνατός σιρόκος φερμένος από τα βάθη της Μεσογείου μπουκάρισε στον κόλπο του Θερμαϊκού τρικυμίζοντας την επιφάνεια του ολημερίς. Η ήρεμη και μελαγχολική διάθεση της φύσης την μεγαλοβδόμαδα είχε διακοπεί βίαια το χθεσινό βράδυ. Λίγο μετά τον επιτάφιο θρήνο με τις μαυροντυμένες μυροφόρες να ψάλλουν “ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον ” συνοδεύοντας τον Επιτάφιο στις γειτονιές τους, τα μολυβί σύννεφα που πολιορκούσαν από το μεσημέρι τον Χορτιάτη ξεχύθηκαν προς την πόλη φέρνοντας μια ανοιξιάτικη νεροποντή. Όλα ήταν ήρεμα μέχρι τα ξημερώματα όταν ο δυνατός άνεμος όρμησε στην πόλη μέσα από την υδάτινη αγκαλιά της όπως οι Σαρακηνοί πειρατές μερικούς αιώνες πριν. Τώρα στο μεταίχμιο της μέρας ο άνεμος είχε αλλάξει, ένα ελαφρύ ξερό αεράκι έπνεε απ’ την μεριά του Βαρδάρη. Ψηλά μια ραχοκοκαλιά από γκριζωπά σύννεφα γλίστραγε ταξιδιάρικα προς τον νότο μέσα σε έναν μωβ ουρανό με ροζέ αποχρώσεις.
Στο ημίφως του έγχρωμου δειλινού, πλάι στην θάλασσα, ίσα που διακρίνονταν ο ετερόκλητος όγκος. Αποτελούνταν από τέσσερα ανόμοια σε μέγεθος και σχήμα κομμάτια. Πρώτα υπήρχε μια βιτρίνα ψυγείο, πεταμένη στα παλιοσίδερα από καιρό. Πολλά ήταν τα χρόνια που από τα άγρια χαράματα, σε παγωνιές και ζέστες η “Δημητρούλα” γυρνούσε με τον ιδιοκτήτη της σε όλες τις λαϊκές αγορές της Σαλονίκης και των γύρω χωριών. Φορτωμένη με κάθε λογής τυριά και παραδοσιακά γιαούρτια δούλευε ακούραστα περιμένοντας να έλθουν οι νοικοκυρές για να διαλέξουν τα καλούδια της και να την ξεφορτώσουν μέχρι το άλλο χάραμα. Τώρα η τύχη την είχε σφιχταγκαλιάσει μαζί με ένα σκουριασμένο καυστήρα πετρελαίου. Αυτός μέχρι πριν λίγα χρόνια – όταν του έκλεψαν την εργασία κάτι πολυκαιρισμένες, γριές ξυλόσομπες - ζέσταινε κατά τους παγερούς χειμώνες της νύφης του Θερμαϊκού τους ενοίκους της οδού Αγίου Δημητρίου, στον αριθμό 44. Στα νιάτα του στην νεόδμητη πολυκατοικία κατοικούσαν μερικές από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης. Οι δεξιώσεις και τα πάρτι ήταν κάτι το συνηθισμένο σε αυτόν τον αριθμό. Σχεδόν όλη οι αφρόκρεμα της Θεσσαλονίκης περνούσε από αυτά τα κοσμικά γεγονότα, ήταν οι εποχές του μεγαλείου της. Κάποια χρόνια πριν τον στείλουν αναγκαστικά στην σύνταξη πάλευε με το νοθευμένο πετρέλαιο που του έτρωγε τα σωθικά. Όταν τον ξήλωσαν από το υπόγειο του, οι εύπορες οικογένειες είχαν φύγει από καιρό και το κτήριο κατοικούνταν από μοναχικούς υπερήλικες, οικογένειες Ελλήνων εργατών και πάμπτωχων μεταναστών φερμένων από χώρες που επικρατούσε η πείνα και ο πόλεμος.
Το τρίτο από τα κομμάτια ήταν ο σκουριασμένος θάλαμος ενός μικρού φορτηγού. Τις προηγούμενες δεκαετίες ο καπάτσος έμπορος δεν είχε αφήσει στις περιοδείες του χωριό για χωριό, γειτονιά για γειτονιά σε όλη την βόρεια Ελλάδα. Πωλώντας επί πιστώσει νεοτερισμούς και είδη προικός στις νοικοκυράδες και τις ανύπαντρες που τον περίμεναν κάθε μήνα με τα νέα του εμπορεύματα, σπούδασε τα τρία του παιδιά και καμάρωσε μία δικηγόρο και δυο αρχιτέκτο-νες πριν βγει οριστικά στην σύνταξη. Τέλος σφιχτά δεμένος ήταν και ένας πρασινωπός μπουφές με περίτεχνα σκαλιστές πόρτες και συρτάρια που η κυρία Μαρία είχε λειώσει πάνω του τόνους από βαμβακερά πανιά και γυαλιστικό για να τον κρατάει πάντοτε καθαρό και καλογυαλισμένο. Όμως οι κληρονόμοι της φαίνεται ότι δεν τον εκτίμησαν δεόντως αφού βρέθηκε στα σκουπίδια μόλις την επομένη της αναχώρησης της για το πιο μακρινό ταξίδι, το μοναδικό από αυτά που ποτέ δεν είχε κάνει στην ζωή της η άτεκνη, καλοκάγαθη νοικοκυρά.
Τα τέσσερα ανόμοια αντικείμενα με την βοήθεια ενός χοντρού άσπρου μουσαμά, μερικών κοντραπλακέ και πλεγμένων σκοινιών ενώνονταν σε μια τέτοια διάταξη που έμοιαζε λες και κάποιος επιτήδειος τα είχε αφήσει εκεί προστατευμένα αντί κάποιας επί μισθίου αποθήκης. Όμως με μια δεύτερη ματιά ένας προσεκτικός παρατηρητής θα έβλεπε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Στην πραγματικότητα αυτό το συνονθύλευμα αντικειμένων ήταν ένα αυτοσχέδιο κατάλυμα. Το κάθε ένα κομμάτι χρησίμευε και σε κάτι. Τοίχος, κουζινούλα, ντουλάπα, ραφιέρα, βιβλιοθήκη. Ο ιδιοκτήτης του το είχε στήσει εκεί λίγα μέτρα από την θάλασσα εκπληρώνοντας ένα παιδικό όνειρο του από τα σκληρά χρόνια της μοναξιάς και της σκληρότητας του ορφανοτροφείου.
Αν εκεί στέκονταν ένα αληθινό σπιτικό το σημείο θα ήταν πράγματι ειδυλλιακό. Εμπρός στα φαρδιά του παράθυρα θα ανοίγονταν διάπλατα η θάλασσα και το αλλοτινό προσφυγικό ψαροχώρι η Καλαμαριά με το μικρό Καραμπουρνάκι της, τα φυσικά λιμανάκια και την θαλασσινή εκκλησιά της πλάι στο ναυτικό όμιλο. Τις γλυκές μέρες που η διαύγεια φτάνει μέχρι τον ορίζοντα, από τα ευρύχωρα μπαλκόνια οι ένοικοι του θα μπορούσαν να δουν δίχως δυσκολία όλη την υδάτινη επιφάνεια μέχρι και το τελείωμα του κόλπου στα δυτικά και έπειτα στην γη της Πιερίας να ορθώνεται μεσ’ στην αχλή το αγέρωχο βουνό των ολύμπιων θεών, αφήνοντας εκστατικό το βλέμμα και την ψυχή τους. Εκεί υπάρχει μόνο η ταπεινή παράγκα από τα σκόρπια αντικείμενα, όμως ο ιδιοκτήτης της δεν χάνει τίποτα από την ομορφιά του τοπίου που μαγεύει κάθε μέρα την ψυχή του. Απέραντο το κάλλος, όμως τον χειμώνα οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες. Οι παγερές ψεκάδες από τα αφρισμένα νερά του Θερμαϊκού φτάνουν μέχρι την πόρτα της παράγκας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κάθετο σκίσιμο στον χοντρό μουσαμά ίσα – ίσα για να χωράει κάποιος να χωθεί μέσα.
Έξι δεκαετιών και τριών χρονών έγραφε η πολυκαιρισμένη ταυτότητα του. Τον χειμώνα εδώ πάνω ο καιρός δεν χωρατεύει. Με το κρύο, την υγρασία και τον παγερό βαρδάρη αστεία δεν χωρούν σε τούτη την πόλη, ειδικά κοντά στην θάλασσα. Πολλές φορές αν και ήταν φασκιωμένος με κανά δυο παντελόνια, μερικές μπλούζες και δυο σκοροφαγωμένα παλτά είχε την αίσθηση πως ήταν γυμνός. Καλά όταν ήταν νέος, οι κακουχίες περίσσευαν τόσα χρόνια στους δρόμους, αλλά τώρα; Ήταν δύσκολα, όμως η αγάπη του για την θάλασσα θα υπερίσχυε ακόμα και όταν το σώμα του δεν θα άντεχε, θα ζούσε εκεί μέχρι να τον έπαιρναν μακριά είτε οι άνθρωποι, είτε το χέρι του θεού.
Προχωρημένος Απρίλης πια, η υγρασία και το κρύο είχαν υποχωρήσει , ο καιρός ήταν καταδεκτικός ακόμα και δίπλα στο κύμα. Ο χειμώνας είχε παραδώσει ανεπιστρεπτί τα κλειδιά του κόσμου στην άνοιξη. Αυτό το δειλινό μέσα στην παραθαλάσσια παράγκα η θερμοκρασία ήταν ανεκτή. Κατάχαμα στο τσιμεντένιο δάπεδο έχασκε μια κόκκινη λεκάνη γεμάτη νερό. Στο τραπεζάκι το πινέλο, η κρέμα ξυρίσματος και ένα πολυκαιρισμένο ξυραφάκι, μόλις είχαν τελειώσει την κοπιαστική δουλειά τους. Στην μέση του δωματίου ο ηλικιωμένος άντρας φρεσκοξυρισμένος και καθαρός, ανάλαφρος, σκεφτόταν την αποψινή βραδιά, μετά από χρόνια θα πήγαινε και αυτός στην Ανάσταση.
Συλλέκτης παλαιών αντικειμένων ή παλιατζής. Του άρεσε να αλλάζει τον επαγγελματικό του τίτλο αναλόγως των περιστάσεων και των συνομιλητών του. Ήταν ένα παιδί του ορφανοτροφείου που είχε περάσει σχεδόν από όλα τα ιδρύματα της Θεσσαλονίκης του 50 και 60. Οι γονείς, αγνώστου ταυτότητος. Τον παράτησαν ένα φθινοπωρινό ξημέρωμα του 1948 στην εκκλησιά του Αγ. Μηνά στο κέντρο της πόλης και έφυγαν κυνηγημένοι, σκέτα αγρίμια για το βουνό, με φόντο τον αλληλοσπαραγμό του αδελφοκτόνου πολέμου. Ήταν μόλις λίγων ημερών εκείνο το υγρό πρωινό που τον βρήκε φασκιωμένο με μια μάλλινη κουβέρτα ο υπέργηρος νεωκόρος του ναού. Από τότε ξανά δεν ένοιωσε την αγκαλιά τους, ούτε ποτέ έμαθε κάτι για αυτούς. Παρόλα αυτά πολλά ήταν τα βράδια που τους ονειρεύονταν. Η μάνα του μελαχρινή, γλυκιά και λαμπερή σαν ηθοποιός φωτορομάντζου. Ο πατέρας ψηλός, γεροδεμένος με ένα πλατύ χαμόγελο ίδιος ο Κάρι Γκράντ. Όπως και στα όνειρα του, όταν ακόμα ήταν μικρούλης τους περίμενε να εμφανιστούν πίσω από την ψηλή καγκελόπορτα των ορφανοτροφείων μια Κυριακή πρωί. Λαχταρούσε να τον αγκαλιάσουν, να τον φιλήσουν και έπειτα να πάνε όλοι μαζί στο σπίτι τους, σε ένα πραγματικό σπίτι, με ένα δωμάτιο δικό του, ολόδικο του. Τα χρόνια πέρασαν, αλλά ποτέ κανείς δεν διάβηκε την καγκελόπορτα για αυτόν, ούτε καν εμφανίστηκε κάποιος συγγενής. Κανείς δεν ρώτησε για αυτόν, κανείς δεν σκέφτηκε σοβαρά να τον υιοθετήσει. Μόνος στον κόσμο. Έτσι το πήρε απόφαση το ορφανό, ο Θωμάς. Μιας και δεν τον ήθελαν ούτε οι γονείς του, μήτε κανείς ξένος, θα πορευόταν στην ζωή μονάχος του, ανεξάρτητος και ελεύθερος.
Στα δεκαπέντε του ο κυρ Τάσος ο επιστάτης του είχε πει να αλλάξει γιατί μπορεί να ήταν έξυπνος μα ήταν και απροσάρμοστος. Για αυτό, μάλλον εκτός του χαρακτήρα του φταίγανε και τα βιβλία. Όχι ότι του άρεσε ιδιαίτερα να τα διαβάζει με τις ώρες όπως κάποιοι άλλοι, μερικά όμως λες και του μιλούσαν ίσια στην καρδιά του. Ειδικά οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ και του Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουαίην. Τα λάτρευε αυτά τα αγόρια. Ειδικά τον Τομ, αυτό το ατίθασο, τολμηρό παιδί. Ορφανό σαν και τον ίδιο, με μια θεία να τον προσέχει σαν παιδί της. Μια μικρή πόλη του Μιζούρι πλάι στον Μισισιπή ήταν το ορμητήριο του για τις πιο απίθανες μυστικές περιπέτειες με μυθικούς πειρατές και κρυμμένους θησαυρούς που έχουν την δύναμη να μαγεύουν κάθε παιδί. Πόσο μάλλον ένα του ορφανοτροφείου που αναγκασμένο να ζει κλεισμένο για χρόνια σε τέσσερις τοίχους γητεύτηκε ανεπανόρθωτα από την αίσθηση της ελευθερίας και της ανεμελιάς των ηρώων του. Δέθηκε τόσο πολύ μαζί του ώστε όταν εκείνο το βροχερό μεσημέρι τελείωσε η ανάγνωση του βιβλίου και μαζί το ταξίδι του στον μαγικό κόσμο του Τομ, χοντρά δάκρυα κύλησαν από τα θλιμμένα καστανά μάτια στα μάγουλα και χύθηκαν καυτά μέχρι την παιδική του ψυχή. Η έλλειψη του αγαπημένου του ήρωα τον αρρώστησε. Από την στεναχώρια του ανέβασε πυρετό εκείνη και την επόμενη ημέρα.
Ατίθασος λοιπόν και ο ίδιος, ήταν η λέξη που θα άκουγε σχεδόν καθημερινά από τα αυστηρά χείλη των καθηγητών του. Αυτή ήταν και η πραγματικότητα. Εδώ που τα λέμε δεν του άρεσε καθόλου μα καθόλου να ασχολείται με τα τεχνικά που προσπαθούσαν ντε και καλά βρε αδερφέ να του μάθουν. Μια υδραυλικός, μια ηλεκτρολόγος, μια μπογιατζής. Αι στο καλό, αυτουνού του άρεσε να γυρνοβολάει ελεύθερος σαν πουλί και να αγναντεύει από το δώμα του ορφανοτροφείου τον ορίζοντα, την απέραντη θάλασσα, τα ψηλά βουνά της Μακεδονικής γης που χώνονταν μέχρι τα σύννεφα σε ένα θεσπέσιο φεστιβάλ χρωμάτων. Όλα τα άλλα τα άφηνε στον θεό. Σε παράφραση των λόγων του πάτερ Αρσένιου, του εφημέριου του ιδρύματος του άρεσε να απαντάει και αυτός σε όποιον του έθετε βασανιστικά το ερώτημα «Εσύ τι θα κάνεις στην ζωή σου;»
«Έχει αυτός, θα με φροντίσει και εμένα σαν τ’ άλλα ζωντανά του»
Έτσι όταν έφτασε η μέρα της ενηλικίωσης του με μοναδική του αποσκευή ένα κολάζ αντικρουόμενων συναισθημάτων αποχαιρέτησε το Παπάφειο ίδρυμα. Το είχε ανάγκη, διψούσε να ζήσει ελεύθερος έξω από τον ψηλό σιδερένιο φράχτη, μακριά από τους μουχλιασμένους τοίχους, τις κουκέτες και τα μελαγχολικά δωμάτια του ορφανοτροφείου. Γνώριζε όμως καλά ότι αυτό ήταν και το τελευταίο καταφύγιο του πριν την ζούγκλα που τον περίμενε στην πραγματική ζωή εκεί έξω.
Στην μεγάλη πόλη αφού δεν γνώριζε κανένα άλλο επάγγελμα – μιας και δεν το ήθελε ο ίδιος - βρήκε σύντομα δουλειά σαν εργάτης σε ένα από τα πολλά παλιατζίδικα στην περιοχή της Χαριλάου. Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια κυλούσαν σαν νερό σε ήρεμο ρυάκι. Δεν άντεξε πολύ να ‘χει αφεντικό στον σβέρκο του. Έτσι ένα ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου αποχαιρέτησε το παλιατζίδικο και τον μεσόκοπο αφεντικό του, τον κυρ Γιάννη. Με τις οικονομίες του αγόρασε ένα κάρο και τον Λουκά, το άλογο του για να μαζεύει τα παλιοσίδερα, όπως ο συγχωρεμένος ο Μένιος, ο αγαθός γέροντας, ο καλός του φίλος.
Στους χειμώνες και τα καλοκαίρια που πέρασαν πάνω του αυτός πάντα συνέχιζε να είναι μοναχικός, ελεύθερος και ολιγαρκής σαν τα σπουργίτια. Όταν τέλειωνε την δουλειά, πετούσε από πάνω του την μουτζούρα και κατηφόριζε στην θάλασσα. Τον ευχαριστούσε να περπατάει δίπλα της, να ξαπλώνει στο πλάι της, να την μυρίζει, να αφουγκράζεται τις σκέψεις της, να ονειρεύεται μαζί της κάτω από την άλλοτε ήρεμη και άλλοτε βαριά πνοή της.
Στις μακρινές του περιπλανήσεις χιλιάδες σκέψεις τον συντρόφευαν. Πολλά ερωτήματα τον τυραννούσαν από τα αιώνια και θεμελιώδη ως τα μικρά αλλά προσωπικά διλλήματα. Ένα από αυτά το κοίταξε στα μάτια αντρίκια και θέλησε να το απαντήσει με σιγουριά. Έπρεπε να παντρευτεί, να κάνει τα δικά του παιδιά; Σε αυτό το ερώτημα κάτι βάραινε πολύ και ήταν ο χαρακτήρας που σμίλεψε όλα του τα χρόνια. Ήταν όμορφος, καλοφτιαγμένος άντρας. Δεν ήθελε δεσμεύσεις, απολάμβανε την ελευθερία του, την ανεξαρτησία του, την ξενοιασιά του. Έπειτα γνώριζε ότι γυναίκες είναι κτητικές, σε θέλουν δικό τους, να είσαι πλάι τους, να ασχολείσαι με αυτές, θέλουν να κάνουν παιδιά. Για αυτό το τελευταίο ως παιδί του ορφανοτροφείου ένοιωθε απόλυτα την ευθύνη. Χωρίς αμφιβολία τον βάρυνε αφάνταστα η σκέψη πως αν έπαιρνε απόφαση να παντρευτεί θα κρέμονται από πάνω του για χρόνια οι τύχες άλλων ανθρώπων. Αυτό τον στοίχειωνε «Να δημιουργείς οικογένεια και να φέρνεις στην ζωή παιδιά δεν είναι κάτι απλό. Η ζωή είναι σαν την θάλασσα. Την μια είναι ήρεμη και γλυκιά, καλοτάξιδη. Την άλλη όμως σκοτεινιάζει και ξεσπά άξαφνα η τρικυμία, ποτέ δεν ξέρεις σε πια βράχια θα σε ρίξει.
«Εγώ ο ίδιος, τα παιδιά των ορφανοτροφείων είναι το ζωντανό παράδειγμα. Οπότε καλύτερα έτσι» μονολογούσε πικρά.
Αυτή η παραθαλάσσια ήταν η πέμπτη ας το πούμε κατοικία του. Οι άλλες τέσσερις που με τα χρόνια είχε εγκαταλείφθηκαν είτε από την δική του ανάγκη αλλαγής προσώπων και καταστάσεων, είτε από κάποιους περίοικους που δεν ήθελαν στην γειτονιά τους τις άχρηστες παλιατζούρες του και ακόμα αυτόν τον ίδιο που τους χαλούσε την αισθητική τους με τον ιδιόμορφο τρόπο ζωής του.
Υπήρχαν όμως και οι άλλοι. Άνθρωποι που υπήρξαν όλες τις εποχές και θα υπάρχουν όσο ανθρώπινη καρδιά θα χτυπάει στην γη. Άνθρωποι που τον νοιάστηκαν, που του έδωσαν ένα πιάτο ζεστό φαί, ένα σπιτικό γλυκό φτιαγμένο με αγάπη. Αυτοί οι ανώνυμοι άνθρωποι που ζουν ανάμεσα μας. Πλάσματα αγάπης που βάζουν το προσωπικό συμφέρον κάτω από το κοινωνικό καλό και μόλις βρουν την ευκαιρία σε κάνουν να δακρύζεις από υπερηφάνεια με τις πράξεις τους.
Όπως εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα. Ο θόρυβος μιας εξάτμισης ήταν η αιτία, ο Λουκάς αφήνιασε. Το φορτωμένο κάρο έγειρε στα πλάγια. Ο γερό Λουκάς δεν μπόρεσε ποτέ ξανά να σηκωθεί περήφανος στα πόδια του και να τινάξει την πλούσια μαύρη χαίτη του. Έφυγε από το πλάι του αφεντικού του λίγες ώρες μετά. Ο Θωμάς καταπλακώθηκε, θα πέθαινε αν μια παρέα τριών αντρών δεν πετάγονταν από το καφενείο «Ο Ναύαρχος». Με κόπο και ιδρώτα ρίχτηκαν και τράβηξαν παλικαρίσια την μάζα των παλιοσίδερων που είχαν πλακώσει το σώμα του. Σε τέτοιους ανθρώπους πίστευε ο Θωμάς και σε όλους αυτούς που τρεις μήνες τον γιάτρευαν, τον περιέθαλπαν, τον στήριζαν στο κρεβάτι του πόνου μέχρι να συνέρθει, μέχρι να θρέψουν οι πληγές και τα σπασμένα του κόκκαλα.

***
Λίγο πριν ακουστούν οι χαρμόσυνες καμπάνες.
Οι δείκτες των ρολογιών μόλις είχαν προσπεράσει τις έντεκα καθώς ο παλλόμενος ήχος από το ψιλόλιγνο καμπαναριό καλούσε ακούραστα τους πιστούς στην εκκλησιά. Οι ευωδιές της άνοιξης από τα κάθε λογής πολύχρωμα βλαστάρια κυριαρχούσαν ακόμα και δίπλα στο κύμα ενώ οι βυζαντινές ψαλμωδίες σπρωγμένες από τα μεγάφωνα χρωμάτιζαν τον αέρα με την κατανυκτική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας της χριστιανοσύνης. Φύση και άνθρωποι, έλλογα και άλογα πλάσματα, ταπεινά δημιουργήματα και εγωκεντρικά όντα θα άκουγαν για ακόμη μια φορά το χαρμόσυνο μήνυμα, ο καθένας με το δικό του αισθητήριο, με την δική του πίστη. Πριν από λίγη ώρα είχε ξεκινήσει η ακολουθία της Αναστάσεως στο ξωκλήσι του Αϊ Νικόλα.
Το μικρό εκκλησάκι και πλάι του το ψηλό καμπαναριό σε σχήμα σταυρού είχαν χτιστεί εδώ και πολλά χρόνια στην άκρη της μεγάλης τσιμεντένιας προβλήτας του ιστιοπλοϊκού ομίλου. Προχωρούσε καμιά πενηνταριά μέτρα μέσα στην θάλασσα και έδινε απάγκιο σε μερικές δεκάδες ψαρόβαρκες από την μια πλευρά του και σε μεγάλα ιστιοπλοϊκά και ακριβά ταχύπλοα από την απέναντι.
Ο εφημέριος που τελούσε την αποψινή λειτουργία ήταν πολύ χαρούμενος. Το ξωκλήσι είχε να λειτουργήσει για καιρό αλλά αντιθέτως από ότι περίμενε ήταν σε πολύ καλή κατάσταση μιας και μερικοί συνταξιούχοι ναυτικοί το συντηρούσαν με δικά τους έξοδα. Κάθε άνοιξη έπαιρναν τις βούρτσες τους και μπόλικο ασβέστη και έκαναν τον Άγιο Νικόλα να λάμπει από την πάστρα. Το ένοιωθαν τιμή αλλά και υποχρέωση, το ελάχιστο προς εκείνον που πίστευαν ότι τους βοήθησε όλα τους τα χρόνια να διασχίζουν τους μαύρους φουρτουνιασμένους ωκεανούς και πάντα να γυρνάνε πίσω στην ηλιογέννητη, φωτεινή πατρίδα, σώοι και αβλαβείς.
Φέτος κάποιος είχε μεσολαβήσει στον μητροπολίτη Καλαμαριάς για τούτη την Αναστάσιμη λειτουργία. Ήταν εδώ και χρόνια που ακόμα και ο ίδιος ο προκαθήμενος είχε ξεχάσει τον ναίσκο. Έτσι εκείνο το ανεμοδαρμένο απόγευμα που τον επισκέφτηκε κάποιος άντρας που έβλεπε για πρώτη φορά και του ζήτησε να γίνει εκεί η ακολουθία της Ανάστασης, εκείνος με μια αίσθηση ντροπής που αυτός ο λαϊκός του υπενθύμισε την ύπαρξη του, αποφάσισε αμέσως να στείλει έναν κληρικό του για την ακολουθία. Ο άντρας εκτός αυτού του είχε εκμυστηρευτεί πως είχε κανονίσει μετά την Ανάσταση να μοιραστούν πασχαλινά τσουρέκια, κόκκινα αβγά και δώρα στα παιδιά που θα έρχονταν.
Ίδια και χειρότερη με πέρυσι, σαν Σαρακοστή παρατεταμένη και αυτή η χρονιά της οικονομικής κρίσης και της επαπειλούμενης χρεωκοπίας του κράτους. Σημαντικό πράγμα τα μικρά ή μεγάλα δώρα τέτοιες μέρες μιας και όλοι, λίγο ή πολύ δυσκολεύονταν με τα πασχαλινά έξοδα. Οι δημοτικές αρχές για φέτος εκτός από τα λίγα συσσίτια για τους απόρους που πλήθαιναν καθημερινά, δεν μπορούσαν να διαθέσουν τα απαραίτητα κονδύλια για γιορτινές παροχές στους δημότες τους. Για αυτό και ο Μητροπολίτης δεν έφερε καμιά αντίρρηση, απεναντίας το άκουσε με ευχαρίστηση.
Τα καλά νέα έφτασαν από αυτί σε αυτί πολύ γρήγορα και διογκώθηκαν ίδια με φούσκα έτοιμη να σκάσει. Η χώρα βρισκόταν υπό οικονομική κατοχή, ευρωπαϊκή ένωση, διεθνές νομισματικό ταμείο και ένας συρφετός από οίκους αξιολόγησης και μεγαλοεπενδυτές ασχημονούσαν σε βάρος της. Πολλές οικογένειες λόγω της βαθειάς οικονομικής ύφεσης αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Οι τραπεζίτες αυτοί οι ανθρωπόμορφοι υπηρέτες του χρήματος όπως πάντα σε τέτοιες περιόδους αυτό που επιζητούν λυσσαλέα είναι να διατηρήσουν τα κέρδη των προηγούμενων ετών και να αποφύγουν όλες τις πιθανές νέες επισφάλειες. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να πληθύνουν οι κατασχέσεις σπιτιών και αυτοκινήτων και για ακόμη μια φορά να κλείσουν τις στρόφιγγες της ροής του χρήματος και να το στερήσουν από νοικοκυριά και εταιρείες που το είχαν άμεση ανάγκη. Καταστήματα και επιχειρήσεις ασφυκτιούσαν και έκλειναν συνεχώς. Πολλοί ήταν αυτοί που είχαν χάσει την δουλειά τους και σε κάποιες οικογένειες ακόμα και οι δυο γονείς ήταν άνεργοι. Η στατιστική υπηρεσία διαρκώς αναθεωρούσε τα νούμερα της ανεργίας προς τα πάνω. Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για όλους. Πλήθη απεγνωσμένων ανέργων στοιβάζονταν στα γραφεία ευρέσεως εργασίας και εκλιπαρούσαν έστω για μια περιστασιακή απασχόληση. Στα αρπακτικά του ιδιωτικού τομέα είχε ανοίξει η όρεξη για εκμετάλλευση και πιότερο κέρδος. Στην πόρτα τους καθημερινά στοιβάζονταν οικιοθελώς τα νέα τους θύματα. Οι κοινωνικές εντάσεις ήταν μεγάλες στην χώρα. Συχνές απεργίες και διαδηλώσεις δονούσαν την χώρα, αίμα αθώων είχε χυθεί στους δρόμους. Οι πολιτικοί άρχοντες της είχαν προχωρήσει σε μεγάλες περικοπές μισθών και συντάξεων ενώ κώφευαν ή ακόμα και αδιάντροπα προέβαλαν επαίσχυντες δικαιολογίες για την επί δεκαετίες εσκεμμένη κακοδιαχείριση της οικονομικής ζωής του τόπου. Κάποιες στιγμές η οργή του λαού ξεχείλιζε και παρέσερνε τα αίολα επιχειρήματα της εξουσίας ώστε στο τέλος εκείνοι έφταναν να λιποτακτούν εμπρός στα ανυπέρβλητα προβλήματα που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και η χώρα να μοιάζει με ακυβέρνητο καράβι έτοιμο να συντριβεί στα βράχια. Μέσα σε αυτήν απρόβλεπτη κατάσταση ακόμα και πολίτες που πριν λίγο καιρό ζούσαν με όλες τις ανέσεις που μπορεί να επιθυμήσει κάποιος την σημερινή εποχή, αφού είχαν χάσει την δουλειά ή την επιχείρηση τους, μεμιάς είχαν χάσει και όλα τα προνόμια τους και περίμεναν ως μάνα εξ ουρανού το επίδομα ανεργίας. Ήταν μεγάλη υπόθεση λοιπόν να περάσουν την Ανάσταση με δώρα, ίσως και λεφτά που κάποιος βαθύπλουτος Έλληνας του εξωτερικού – έτσι έλεγαν οι φήμες που διαδόθηκαν σαν αστραπή - θα πρόσφερε σε όλους.
Ο άντρας που στέκονταν τώρα περιχαρής με την λαμπάδα του έξω από τον Αϊ Νικόλα ήταν ο ίδιος που ευθύνονταν για την αποψινή λειτουργία. Το μαύρο κοστούμι που φορούσε ήταν ατσαλάκωτο μιας και είχε αγοραστεί πριν από λίγες ημέρες. Ακόμα είχε στις ίνες του ποτισμένη την βαριά μυρωδιά της άθλιας βιοτεχνίας ρούχων – κάπου στην νότια Βουλγαρία – που φτιάχτηκε για ελάχιστα ευρώ και το ελαφρύ άρωμα του εμπορικού στην οδό Μαρτίου.
Οι άνθρωποι που είχαν κατεβεί ήταν ήδη πολλοί και όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο πολλές οικογένειες ντυμένες με τα καλά τους κατηφόριζαν προς την θάλασσα. Το σούσουρο σαν σύννεφο σκόνης είχε απλωθεί πάνω από τα κεφάλια του κόσμου. Όλοι ήταν περίεργοι να δουν τον άνθρωπο που θα πρόσφερε τα δώρα. Να δουν ποιος είναι αυτός ο καλός Σαμαρείτης που μέσα στην κρίση που είχε γονατίσει όλη την χώρα προσφέρει τα λεφτά του για τους συνανθρώπους του. Αυτοί ήταν οι λίγοι, οι άνθρωποι με τον αγνό ανόθευτο τρόπο σκέψης. Οι πολλοί σκέφτονταν πολύπλοκα, με καχυποψία.
«Κάποιο λάκκο έχει η φάβα για να έρχεται κάποιος από τόσο μακριά και να προσφέρει τα λεφτά του στους άγνωστους συμπατριώτες του».
«Τι να ήταν αυτός και ποιος να τον έστελνε; Μήπως κάποιος λαοπλάνος που ήθελε να εξασφαλίσει την συμπάθεια του κόσμου δρώντας υπόγεια για σκοτεινά ακόμα και αντεθνικά συμφέροντα;»
«Μήπως έχουμε να κάνουμε με ένα πάμπλουτο εθνικό ευεργέτη; Ευεργέτες; Αυτό και αν ήταν αστείο, τούτοι οι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια από τούτη την μικρή γωνιά της γης».
Τέτοια και άλλα πολλά ερωτήματα κυκλοφορούσαν τις προηγούμενες μέρες και οι άνθρωποι ήταν μπερδεμένοι από τις διάφορες ερμηνείες και διαδόσεις. Πολλοί τελικά αποφάσισαν πως ήταν πιο φρόνιμο να πάνε κάπου άλλου για την Ανάσταση και να μείνουν μακριά από τα ύπουλα σχέδια κάποιων.
Εκείνος άκουγε όλη αυτήν την ώρα όσα λέγονταν στα πηγαδάκια αλλά δεν έδινε καμιά απολύτως σημασία. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν τα παιδιά. Κοιτούσε πως κουνούσαν ανυπόμονα τις πολύχρωμες λαμπάδες με τα μαλακά χεράκια τους και την επιθυμία να τις ανάψουν. Αυτά τα αγγελούδια είχαν έρθει όχι μόνο με τις οικογένειες τους αλλά και μόνα τους. Ήταν παιδιά από ορφανοτροφεία της πόλης. Για αυτό δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο εκτός από μερικές μόνο επιστολές στις διοικήσεις που εξηγούσε το πόσο σημαντικό θα ήταν να παρευρεθούν και μερικά κουτιά παιδικές λαμπάδες.
Τώρα και αυτός ήταν ένα με τα παιδιά, τα πλούτη δεν τον εμπόδιζαν, όλοι τον είδαν πόσο γλυκά τους φέρονταν, πόσο θερμά τα αγκάλιαζε και κατάλαβαν. Πολλά κεφάλια γύρισαν και προσπαθούν να διακρίνουν την μορφή του, οι συζητήσεις φούντωσαν.
Η αναμονή της Ανάστασης άρχισε να κάμπτει το κλίμα αυτό, σιγά – σιγά τα πηγαδάκια σίγησαν. Τα φώτα του ναού έσβησαν μαζί με τα κεριά στα μπρούτζινα μανουάλια. Η ώρα του σκότους πριν την φωτοδοσία, την απαρχή, την γέννηση της ελπίδας έδινε συμβολικά το νόημα της ακόμα μια φορά στο αέναο ταξίδι των ψυχών.
Πλάι στην θάλασσα όλα ήταν σκοτεινά, μικροί και μεγάλοι ανάμεσα στα ελλιμενισμένα ταχύπλοα και τις ταπεινές βαρκούλες στέκονταν σιωπηλοί εμπρός στο δέος του σκότους και της επερχόμενης Ανάστασης. Απέναντι τους η πόλη και οι εκκλησιές σε λίγο θα αποκαλύπτονταν. Από εκεί το μάτι μπορούσε να την δει ολάκερη σχεδόν, από τα νεόδμητα ανατολικά της προάστια, το κέντρο και την άνω πόλη με τα κάστρα της, μέχρι το λιμάνι με τους κοιμισμένους γίγαντες πάνω απ’ τα φορτηγά πλοία και τις δυτικές συνοικίες καλυμμένες από την αιθάλη της βιομηχανικής. Τα φώτα του πολεοδομικού γίγαντα καθρεπτίζονταν ίδια με μακρόσυρτες κιτρινωπές κορδέλες πάνω στην ακίνητη επιφάνεια του Θερμαϊκού, ο άνεμος λες και είχε σβήσει και αυτός μέσα στα σπλάχνα του ουρανού, τώρα όλοι περίμεναν το άκτιστο Φως.
Ο εφημέριος εμφανίστηκε στην Ωραία Πύλη κρατώντας σε κάθε χέρι από μια δεσμίδα με τριάντα τρία κεριά. Το άγιο Φως έκαιγε στα φυτίλια τους, «Δεύτε λάβετε Φως» κάλεσε το εκκλησίασμα. Το Φως της Αναστάσεως που ταξίδεψε από τον πανάγιο τάφο για να φτάσει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας βγήκε από τον ναό, τα λευκά κεριά έσμιξαν, τα πρόσωπα και οι καρδιές των πιστών φωτίστηκαν, το σκότος πισωπάτησε και χάθηκε στα τάρταρα της αβύσσου. Λίγα λεπτά αργότερα ο ιερέας με τους ψάλταδες και τα εξαπτέρυγα εξήλθαν τελετουργικά για το τελικό μέρος της ακολουθίας. Η ψαλμοί ταξίδεψαν μέχρι το βάθος του κόλπου και αγκάλιασαν τα ποντοπόρα πλοία και τους ναύτες που έπιαναν λιμάνι, η κορύφωση της εβδομάδας των παθών, η λύτρωση, η εκπλήρωση, η Ανάσταση είχε φθάσει.

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Η πόλη μεμιάς πετάχτηκε από την νυκτερινή σιγή της. Οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα από όλες τις εκκλησιές. Λευκά περιστέρια φτερούγιζαν ελεύθερα πάνω από τους τρούλους και τα καμπαναριά. Πυροτεχνήματα ορθώνονταν με θόρυβο, η νυκτερινή ατμόσφαιρα φωτίστηκε από τις χιλιάδες πολύχρωμες λάμψεις. Στην γη οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν και εύχονταν αγάπη, ευτυχία και επί γης ειρήνη.
Μεγάλοι και μικροί με τις λαμπάδες και τα φαναράκια τους άρχισαν να περπατούν προς τα εκεί όπου μετά την Ανάσταση τα φώτα που άναψαν αποκάλυψαν ένα μεγάλο μπουφέ. Οι άνθρωποι της εταιρείας δεξιώσεων είχαν στήσει τους πάγκους με τα δώρα και τα πασχαλινά εδέσματα λίγο μακρύτερα από τον ναό επάνω στην αμμουδιά. Ο Νίκος Καραγγιανίδης ο ιδιοκτήτης της, ηγούνταν του προσωπικού του. Όλα είχαν στηθεί άψογα για την αποψινή βραδιά. Οι άνθρωποι πλησίασαν με τάξη και αξιοπρέπεια το σημείο.
Ο Καραγιαννίδης πήρε ένα μικρόφωνο και άρχισε να μιλάει.
«Αγαπητοί μας φίλοι, Χριστός Ανέστη», Αληθώς ο Κύριος επιβεβαίωσαν με μια φωνή οι πιστοί. «Θα ήθελα να ευχηθώ χρόνια πολλά και ευτυχισμένα σε όλους σας. Δεν θα σας κουράσω απλώς πριν από οτιδήποτε άλλο, θα ήθελα να ακούσετε δυο λόγια». Όλοι κατάλαβαν, επιτέλους θα έβλεπαν αυτόν που περίμεναν.
Δίπλα στον Καραγιαννίδη εμφανίστηκε, ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι και ύστερα ένα λίγο μεγαλύτερο αγόρι, αμούστακο ακόμα. Τότε μέσα τους, μέσα από το πλήθος βγήκε εκείνος και στάθηκε δίπλα στα παιδιά, το φως των προβολέων έλουσε το πρόσωπο του, αποκάλυψε τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου που αν και ο χρόνος και οι περισσές δυσκολίες είχαν σμιλέψει τα σημάδια τους επάνω του όμως είχαν αφήσει ανέγγιχτη την γλυκύτητα που του είχε χαρίσει η φύση. Όλοι τον κοιτούσαν σιωπηλοί, πολλοί πίστεψαν πως τον αναγνώρισαν, ήταν ένας Έλληνας πάμπλουτος επιχειρηματίας ψιθύρισαν στους διπλανούς.
«Χριστός Ανέστη, υγεία και ευτυχία σε εσάς και τις οικογένειες σας. Συγχωρέστε όμως δεν είμαι συνηθισμένος σε κάτι τέτοιο, έπρεπε όμως να γίνει, το χρωστούσα στον εαυτό μου, αλλά και σε αυτά τα παιδιά, τα παιδιά των ορφανοτροφείων. Ήμουν και εγώ ένα από αυτά και συνεχίζω να νοιώθω τους κτύπους της καρδιά τους πίσω από τους ψηλούς φράκτες των ορφανοτροφείων, τις ανεκπλήρωτες παιδικές επιθυμίες, τα καυτά δάκρυα τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς. Ναι, έχετε δίκιο, είμαι πλούσιος, πάρα πολύ πλούσιος, όχι όμως όπως πιστεύετε, όχι, δεν είμαι σκασμένος από λεφτά, έχω μέσα μου αγάπη, πολύ αγάπη από τον κόσμο που ξέρει πάντα απλόχερα να την δίνει σε αυτούς που θέλουν να την δεχτούν». Σαν πέπλο που φεύγει απότομα και αποκαλύπτει την αλήθεια έφυγε από πάνω του η φήμη. Στο χαραγμένο από κακουχίες πρόσωπο, στα επίμονα καλοσυνάτα μάτια του αναγνώρισαν τον παλιατζή. Ήταν αυτός, χειμώνα, καλοκαίρι σεργιάνευε αργά στις γειτονιές μαζεύοντας τα παλιοσίδερα.
«Η πατρίδα μας, όλοι εμείς περνάμε δύσκολες ώρες. Αυτός ο λαός ξέρει να τις αντιμετωπίζει. Δεν μας χρειάζονται πλούσιοι σωτήρες, ποτέ δεν μας βοήθησαν πραγματικά. Φτάνει να έχουμε μέσα μας αγάπη, και όλα ξεπερνιούνται. Δεν χρειάζονται πολλά, απόδειξη η αποψινή βραδιά, ο φίλος μου ο Νίκος, παιδί του ορφανοτροφείου και αυτός.
Ο Θωμάς αγκάλιασε τα δυο παιδιά, «Σας παρακαλώ, σήμερα, αύριο, και κάθε μέρα μην ξεχνάτε αυτά τα αγγελούδια που περιμένουν ένα χαμόγελο, χαρίστε τους την έμπρακτη αγάπη σας. Ας τα σφίξουμε στην αγκαλιά μας, ας ανοίξουμε το σπίτι μας, να τους δώσουμε την αγάπη μας και τότε ο Χριστός, τότε μόνο θα αναστηθεί πραγματικά στις καρδιές μας.

***
Δεν είχε ύπνο, πήρε ένα καρεκλάκι και κάθισε έξω από την παράγκα του. Σαν μητρικό χέρι - αυτό που δεν γνώρισε ποτέ - το ελαφρύ αεράκι του χάιδευε απαλά το πρόσωπο. Αισθανόταν παιδί, σαν τον αγαπημένο του Τομ Σώγιερ. Τώρα του έμοιαζε, είχε πετύχει τον σκοπό του κάνοντας μια μεγάλη ζαβολιά. Τον Μητροπολίτη τον είχε ξεγελάσει, είχε συστηθεί ως μεγαλοεφοπλιστής με έδρα το Λονδίνο και μπόλικα πλοία σκορπισμένα στα μεγαλύτερα λιμάνια της υφηλίου. Κατάφερε να τους αναστατώσει όλους, μόνο στην τηλεόραση που δεν το ανέφεραν. Άξιζε τον κόπο όμως.
Στα ανοιχτά ένα δεξαμενόπλοιο έμπαινε στον κόλπο, ποιος ξέρει από ποιές χώρες μακρινές ερχόταν; Τα φώτα της γέφυρας τρεμόπαιζαν αχνά στο βλέμμα του. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του, ίσως θα ‘πρεπε να μπάρκαρε στα νιάτα του… Ήταν αργά πια για κάτι τέτοιο. Αυτός που αγάπησε τόσο πολύ την θάλασσα έζησε για πάντα στην στεριά. Μπήκε μέσα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του ευτυχισμένος, σε λίγο ξημέρωνε η μεγαλύτερη γιορτή των Ελλήνων.

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011